Για την αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη

0
215

Κύκλος Ε΄

Επίμετρον

Ο Καρυωτάκης, την ημέρα της αυτοκτονίας του, κι ενώ κατ’ αρχάς προσπάθησε να ανοιχτεί στη θάλασσα και να πεθάνει έτσι, όταν στο τέλος ξαναγύρισε στην ξηρά, πριν πάρει το μοιραίο περίστροφο στο χέρι, έγραψε δυο σημειώσεις στο σημειωματάριό του, “Για όσους θα ‘ρθούν μετά από μένα… θα ήθελα να γράψω τις Αναμνήσεις ενός Πνιγομένου”.

Έτσι, από μια τέτοια θέση μόλις έχοντας βγει από τη θάλασσα από απόπειρα αυτοκτονίας, γράφοντας αναμνήσεις ενός πνιγομένου, θα ήθελα να ορίσω ότι είναι η θέση από την οποία γράφει και δημιουργεί ο μεγάλος καλλιτέχνης.

Η πίκρα της ζωής, το αλμυρό της θάλασσας, η φύση οργιαστική τριγύρω, μισοπνιγμένος, εν γνώσει των δυσκολιών της ζωής, έχοντας αριστερά την επαναστατική διάθεση να συντρίψει τη ζωή τέτοια που είναι και να την πετάξει κανείς κατά πρόσωπα όλων, και δεξιά την κατάφαση της ζωής, ξέροντας ότι παρ’ όλα τα αρνητικά η ύπαρξη είναι ηδονική, τέτοια νομίζω πως πρέπει να είναι και η αφορμή της δημιουργίας και το πιστό ταίρι της.

Στη φροϊδική εσχατολογία, και μάλιστα στο βιβλίο του “Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας”, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο. Από τη μια η ορμή για δημιουργία, για αγάπη και έρωτα, και από την άλλη η ορμή για καταστροφή, αυτοκαταστροφή, η αυτοκτονική διάθεση της ψυχής, το εγκληματικό της μέρος. Αυτή η σύνθεση αυτών των δύο αντιτιθεμένων μεταξύ τους ορμών δημιουργεί αυτό που αποκαλούμε Πολιτισμό. Η Τέχνη δεν είναι μόνο για τα σαλόνια, αλλά πρέπει να κατεβαίνει και στο λιμάνι. Η αισθαντική ψυχή αντλεί και από τα δύο και γεμίζει το κενό του απείρου και με ζωή και με θάνατο διακοσμημένο από το αίσθημα που είναι η λίμπιντο. Η ψυχή είναι ερωτευμένη με το άπειρο και μόνο σε αυτή της την υπέρβαση μπορεί να είναι πρωτότυπη, αυθεντική και δημιουργική. Είναι εκείνη η ψυχή που μπορεί να στέκεται όρθια και να βλέπει τον Κόσμο μέσα από την camera obscura του συναισθήματος. Η λίμπιντο εισχωρεί σε κάθε πτυχή του Σύμπαντος και θέλει συμπαθητικά να το κατανοήσει, και γι’ αυτό είναι γεμάτη από θαυμασμό. “Μάλιστα φιλοσοφικών τούτο το πάθος το θαυμάζειν” λέει ο Πλάτων, και κάτω από αυτήν τη φράση πέφτει όλη η πνευματική δημιουργία της ανθρωπότητας.

Η βαθύτητα ή όχι του συναισθήματος είναι αυτή που εν τέλει αποφασίζει για την ποιότητα του έργου Τέχνης, για το απλό γεγονός σε ποιον από τους παραπάνω αναβαθμούς ανήκει ένα συγκεκριμένο έργο Τέχνης. Κι εδώ πρέπει να πούμε ότι στην ενδοχώρα του κάθε αναβαθμού, όπως πρώτος διετύπωσε ο Άρθουρ Καίσλερ τις έννοιες αυτές στα έργα του, ότι υπάρχουν διάφορα μικρότερα σκαλοπάτια, μικρότερες ολότητες που οδηγούν βήμα βήμα από το ένα άκρο τού κάθε αναβαθμού στο τέλος του. Είναι μια κλίμακα σαν κι αυτή του Ιωάννη της Κλίμακος, όπως και το ποίημα του Καβάφη “Απ’ το σκαλί αυτό το πρώτο που είμαι ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος”. Για να φτάσει κανείς να πολιτογραφηθεί πολίτης “εις των ιδεών την πόλη” ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος και ανηφορικός. Οι μεγάλοι δημιουργοί δεν εφησύχασαν στα πρώτα κατορθώματα της νεότητας, αλλά συνέχισαν και όταν η ωριμότητα της σοφίας και η συνθετική σκέψη της τρίτης ηλικίας τούς επέτρεπε να διατηρούν τη νεότητα της ψυχής και το συνεχές ανέβασμα σε μεγαλύτερα ύψη. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν συνταξιοδοτείται, δημιουργεί μέχρι την τελευταία του πνοή “το περισσότερο φως” τού Γκαίτε.

Μιλήσαμε στην εισαγωγή αυτού του δοκιμίου για τις παντοδύναμες εκείνες εικόνες, τα τεράστια εκείνα tableau vivant, που συγκινούν την ψυχή και τις ανθρώπινες μάζες. Όπως η γιορτή με τα καλωσορίσματά της, το τραπέζι, το χορό, τους αποχαιρετισμούς αποτελεί μια ολόκληρη ιεροτελεστία όπου κανείς συναντά και το προσδοκόμενο και το απροσδόκητο κι όλα αυτά εγγράφονται μαζί μ’ ένα ευχάριστο συναίσθημα στη μνήμη, έτσι και οι πανίσχυρες αυτές εικόνες έχουν μια αρχή, ένα μέσο κι ένα τέλος και συνοδεύονται από ένα ευχάριστο αίσθημα για το γεγονός ότι η ψυχή βρήκε τις ευχαριστήσεις της. Εδώ δεν έχει ανάγκη κανείς από λογικά επιχειρήματα για να πειστεί ότι η γιορτή είναι κατιτί που αποδεικνύει την ορθότητα ή όχι της ύπαρξής της πέραν κάθε αμφιβολίας. Πρόκειται για ένα αξίωμα, για μια πίστη που δημιουργείται, ότι τα πράγματα έγιναν έτσι γιατί έτσι έπρεπε να γίνουν.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη μυθοπλασία που αναφέρεται στα γεγονότα της ένωσης δύο ερωτευμένων και του κακού πατριού ή πεθεράς που αρνείται τη συνεύρεση. Ικανοποιούνται είτε τα πραγματικά παθήματα είτε έγιναν είτε πρόκειται να συμβούν ή τα έζησε κανείς συμπαθητικά στην κοινωνική συμβίωση. Η μυθοπλασία των μεγάλων τραγωδών που αντλούν από την πραγματική ζωή, όπως π.χ. το οιδιπόδειο και οι διάφορες σκηνές που μπορεί να προκαλέσει η σύγκρουση του Οιδιποδείου συμπλέγματος, όπως π.χ. στο “Λεωφορείον ο Πόθος” του Τεννεσύ Ουίλλιαμς που ακριβώς αποτελεί την εξέλιξη μιας τέτοιας οιδιποδείου συγκρούσεως όπου η ηρωίδα στο τέλος φεύγει στο τέλος για το ψυχιατρείο. Η παντοδυναμία τέτοιων σκηνών είναι φανερή από την επιτυχία που είχαν αυτά τα έργα. Εδώ πρέπει να προσθέσει βέβαια κανείς και την αισθητική οργάνωση, τις σκηνές και τις ατάκες των ηρώων, που αποτελούν υποσύνολα της όλης εικόνας.

Η Τέχνη φαίνεται ότι είναι σαν την αγριοπαπαρούνα του αγρού. Κανείς δεν πρόκειται να τη βάλει ποτέ σε βάζο περιωπής και ούτε χρησιμεύει σε τίποτα. Δεν έχει καμία αποδεδειγμένη χρήση. Βρίσκεται πέραν της ανάγκης . Τι είναι αυτό όμως που κάνει τους ποιητές να λειτουργούν και τους αναγνώστες να διαβάζουν και ν’ αγοράζουν τα βιβλία; Μια απάντηση δίνει ο Άρθουρ Καίσλερ στην “Πράξη της Δημιουργίας”, βιβλίο που αναφέραμε και παραπάνω και νομίζουμε ότι αποτελεί κλείδα στην εξήγηση του φαινομένου της δημιουργίας.

Όπως η κατανόηση ενός έξυπνου ανέκδοτου, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα όπως θα το έλεγε και ο Καίσλερ, μας προσφέρει μια μικρή χαρά και ένα εύθυμο γέλιο, έτσι και η εκτόνωση από την κάθαρση που προσφέρει ένα έργο Τέχνης και στο δημιουργό και στον αναγνώστη αποτελούν το λόγο εκείνο της ύπαρξης της Τέχνης.

Η κατανόηση ότι πέρα απ’ το καθημερινό υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, είτε στον κόσμο τον πραγματικό είτε τον φαντασιωτικό, τον οποίο και δυνάμεθα ν’ αντιληφθούμε, είτε σαν δημιουργία με τη σύλληψη και τη σμίλεψη του έργου Τέχνης, που αποτελεί και ένα προχώρημα στο δρόμο της εξερεύνησης της ανθρώπινης ψυχής και του Νου, και δείχνει τις απεριόριστες δυνατότητές τους και το δεινόν του ανθρωπίνου είναι, είτε γίνεται έτσι αντιληπτό από τον αναγνώστη – θεατή – ακροατή και αποτελεί και γι’ αυτόν ένα τέτοιο άπλωμα του Νου, που από αυτό αντλεί τέτοια συγκίνηση που συνταράσσει την ύπαρξή του.

Η αισθητική συγκίνηση είναι σαν το άμυαλο κοριτσόπουλο που όμορφα στολισμένο βγαίνει από την κάμαρά της και μπαίνει στη ζούγκλα όπου παραμονεύουν τα άγρια θηρία των ανθρωπίνων ορμεφύτων, της στριγκλιάρικης εκείνης παιδικής κραυγής που είναι τόσο αγαπητή από τη μάνα και ζητάει να βρει το μητρικό στήθος για να βυζάξει το γάλα της παρηγοριάς, της ανατροπής από τα παραδεδεγμένα, της ύπαρξης, της φιλικότητας σ’ έναν κόσμο εχθρικό ή ακόμα να ζήσει το μοναχικό ταξίδι ενός πρωτογόνου, που αφήνει τη φυλή του και ξεκινά να εξερευνήσει το παρθένο δάσος με τις τίγρεις και τα λιοντάρια του, τα όμορφα λουλούδια και τους ζουμερούς καρπούς. Κι αυτή η περιπλάνηση στο άγριο δάσος όπου κάθε κίνδυνος είναι μια ευχαρίστηση και κάθε δροσερή πηγή μια χαρά, αποτελούν τη διαδρομή μιας ζωής και το μεγαλείο της αναπαράστασής της μέσα από την Τέχνη.

Και το Ιερό και το Βέβηλο και το Υψηλό και το Χαμερπές έχουν θέση στην πολυφωνία αυτή που συνιστά την Τέχνη και την άγρια εκείνη χαρά που συνιστά η αισθητική συγκίνηση. Όπως στον Σκλάβο του Μικελλάντζελλο, όπου ο νικητής ενώ πατά τον νικημένο με το γόνατο και υψώνει το χέρι οπλισμένο για να δώσει το τελειωτικό χτύπημα, το πρόσωπό του έχει την έκφραση της μελαγχολίας εκείνης που συνιστά το γεγονός ότι με το τελείωμα της μάχης πεθαίνει και η δική του βούληση, τελειώνει η απόλαυση από την αισθητική αυτή συγκίνηση που αποτελεί ένα μικρό ταξίδι μέσα από την Τέχνη, ή το μεγάλο μέσα από τη Ζωή.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο Γιώργος Δρανδάκης, Ο Πόθος Φουσκώνει το Πανί.

Δημοσιεύτηκε από τον Σωτήρη Παστάκα στην σελίδα www.poiein.gr

Άμα γουστάρεις, ακολούθησε το Περιθώριο στο Google News