Ο τρόπος που κλείνουν τα χέρια και άλλες ανεπαίσθητες δυνάμεις αυτού του κόσμου

0
275

David Huerta, 8/10/1949 – 3/10/2022

Ο εραστής απελπισμένος δοκιμάζει να την ξυπνήσει. Μα είναι αδύνατο, η Χιονάτη έχει αποκοιμηθεί. Σε κάποια χασιέντα, πνιγμένη μες στο όνειρό της. Πάνω από το νεκροκρέβατο της πετούν στίχοι, πουλιά και τουλίπες καπνού. Η Χιονάτη πεθαίνει μες στην παγωνιά της, υπόλευκο νυφικό και οι στίχοι που χτυπούν στους τοίχους ή κάθονται στους ώμους των παρευρισκομένων, σαν σημεία στίξεως ή κάποια υπενθύμιση τέλους.

Η Χιονάτη απόψε είναι η ποίηση του David Huerta που έφυγε στις αρχές του Οκτώβρη. Όλα τα υπόλοιπα, όσα ακολουθούν, αποσπάσματα μιας φανταστικής τελετής, μιας αφορμής για την μικρή αναφορά στον ποιητή που γεννήθηκε και έζησε στο Μέξικο Σίτυ των 9 εκατομμυρίων ανθρώπων.

«Οι εραστές των ποιημάτων του, οι αλκοολικοί, τα ναυάγια και οι παγιδευμένοι τον ξεπροβόδισαν. Άφηναν ένα λουλούδι στο μέτωπό του, ένα γράμμα από κάποιο ποίημα. Και αργότερα, σαν κάποιο είδος ιδιότροπης τελετής, έριχναν λίγο κρασί στις κουρτίνες. Έτσι είπαν θα ευχαριστηθεί ο David και διάβασαν δυνατά ένα του ποίημα. Βρίσκονταν στον κήπο, λίγα μέτρα μονάχα από την βορινή βεράντα που κοιτάζει ίσια προς την νύχτα και συντρόφευαν τον νεκρό.

 Στρωσίδια και αδύναμοι φωτισμοί

και λίγο κρασί πάνω στις κουρτίνες.

 

Τι να’γινε; Τι ώρα να ‘ναι;

 

Λεκέδες από καπνό

στο χείλος του ποτηριού.

 

Όλα σημαίνουν

μια αργή ολίσθηση χρόνου

κάτω από το ραβδί του ασκητισμού

και τις κολασμένες πραγματείες.

 

Και ξανά το κρασί να λεκιάζει τις κουρτίνες.

 

Και παράξενα παπούτσια

εμπρός στο κρεβάτι

και μια δαιμονική υπόσχεση

για βίο φραγκισκανό.

 

Στόμα στεγνό και θολό βλέμμα

η κατάληξη του μίζερου

πλαδαρού κορμιού.

 

Όσοι βρέθηκαν σε εκείνο το κατευόδιο ακόμη θυμούνται τον Γκότφριντ Μπεν, τον χαρακτήρα από το ομώνυμο ποίημα του Huerta που έλεγε ξανά και ξανά την απόκοσμη ιστορία του. Και του δημιουργού του που τρέχει από σκηνή σε σκηνή, συγκρατώντας εικόνες για τον καιρό που φθάνει. Επειδή όπως ο ίδιος έλεγε έτσι ίσως σωθεί κάτι από την αγοραία ζωή μας.

 

Έπρεπε να βγω μα ένα ποίημα του Γκότφριντ Μπεν

με σταμάτησε – μα δεν έχετε στα αλήθεια ιδέα

πόσο ενοχλητικό υπήρξε εκείνο το ποίημα.

 

Ένα λουλούδι λέει, έπεσε κατά την διάρκεια μιας νεκροτομής

και ο ιατρός που είχε ανοίξει την σωρό

είδε με πόσους τρόπους εκείνα τα πέταλα σωριάστηκαν πάνω στα εσωτερικά όργανα.

 

Ακόμη και τα γάντια του καλύφθηκαν

όλα γεμάτα πέταλα και αίμα

σε μια σκηνοθεσία που έκοβε την ανάσα.

Μα πρόκειται μονάχα για ένα ποίημα

και εγώ πρέπει, πρέπει να βγω.

 

Τελικά, δεν είμαι βέβαιος πως έφυγα

μα οι εικόνες από εκείνο το ποίημα του Μπεν

– ειλικρινά δεν πρόκειται για καθόλου κομψές φιγούρες-

δεν έφυγαν ποτέ, παρέμειναν εκεί.

 

Μα ακριβώς ο τρόπος που βρήκαν οι εικόνες να σταθούν

φαντάσματα σπαραγμάτων είναι κάτι με το οποίο

πρέπει να συμφιλιωθώ.

 

Δεν θα είναι εύκολο

μα πρέπει να το κάνω.

 

Όλοι λυπήθηκαν τον Μπεν. Μα περισσότερο φαντάστηκαν τον αλόγιστο τρόμο του ποιητή που αντικρίζει τέτοια οράματα. Αντίκρισαν την ωμή του ζωή, ακρωτηριασμένη από την εγκαρτέρηση, συλλογίστηκαν μια τρελή φιγούρα στους διαδρόμους του σπιτιού του. Εκεί που άλλοτε έγραψε, αγάπησε και τραγούδησε ο David Huerta συνέχεια του Effrain Huerta, του φημισμένου ποιητή πατέρα του. Τα βρόχινα σύννεφα καθρεφτίζονται στα μάτια του Γκόντφριντ, πλέουν στον νου του, αφήνουν υγρές στάμπες πάνω στο χείλος της ζωής του. Κομμάτι μιας ποίησης που πλάθει εικόνες, που επιστρατεύει κάθε τι σε μια μακρά τελετή παρατήρησης κάθε δεύτερης σκηνής, κάθε μίας από τις πρόζες που γράφει η ζωή εκεί έξω. Στο υπαίθριο θέατρο του χρόνου και της ζωής, εκεί που στέκουν ανέπαφα τα ποιήματά του η ιστορία παραμένει μια ακίνητη, μα παρούσα πραγματικότητα. Την συνοδεύει μια αίσθηση γλυκού, παγωμένου χιονιού, καθώς ο Huerta ξύνει την χοντρή επίστρωση του κόσμου. Ο ίδιος συλλαμβάνει εκείνο το ευάλωτο και αναντικατάστατο θέαμα της ζωής. Αποδίδει στην εικόνα το μερίδιο της αιωνιότητας που δικαιούται. Όλα τα υπόλοιπα απομένουν μια μαρτυρία της αξιοπρέπειας που υπερασπίζεται ένα ποίημα. Ίσως να πρόκειται για την ματαιότητα της καθημερινής περιπέτειας, που διαμορφώνει ένα μεγάλο κομμάτι της ποίησης, εκείνης που  έχει γραφτεί μα και της άλλης που θα λάβει το μερίδιό της μες στους καιρούς που θα ‘ρθουν. Ίσως ένα αντίκρισμα της ψυχής να είναι εκείνο που γυρεύει. Ωστόσο στην περίπτωση του David Huerta που με το έργο του σημαδεύει την μεξικάνικη ποίηση, η τέχνη δεν παύει να συνιστά κάτι ζωντανό, δίχως ακαμψίες, κάτι που αποζητά όλο απόγνωση την συναλλαγή και την επιβάλλει. Κάπου αλλού η σύνδεση με την παράδοση χαρακτηρίζει τα ποιήματα του Μεξικανού ποιητή. Ο πλούτος της καθημερινής ζωής και πάλι πράγματα αδιόρατα, όπως οι καταιγίδες της τροπόσφαιρας βρίσκουν άσυλο στα ποιήματα του Huerta. Το χάρισμα να αναδεικνύει το γραφικό που έθρεψε την αισθητική του, να μπολιάζει την τέχνη με τα εξωφρενικά προσόντα της ζωής αναλαμβάνει όλα τα υπόλοιπα θαυμαστά πραγματικά στις πρόζες του Μεξικανού ποιητή.

Στο τέλος, κάπως μεθυσμένοι, με μια αίσθηση απόκληρου σταθήκαμε στην βορινή βεράντα. Από παντού έρχονταν λατινοαμερικάνικες σιωπές και οι ορίζοντες βογκούσαν από την ιστορία που κληρώνει τους νικητές και τους ηττημένους αυτού του κόσμου. Παντού μπορούσε κανείς να διακρίνει την πέμπτη διάσταση, αυτήν που υπηρετούν οι ποιητές. Κάποιος άφησε έναν αποχαιρετισμό. «Αύριο φεύγω για την Ευρώπη» και χάθηκε στο σκοτάδι του κήπου. Εμείς σιωπηρά, ο καθένας κατακλυσμένος με την εγκατάλειψή του, συλλογιστήκαμε αμέσως του στίχους του οξυδερκούς David Huerta.

 

Έριξες μια ματιά από το ρωμαϊκό τείχος

σε εκείνον τον γερμανικό δρόμο

σημαδεμένο από μια επίμονη, νωθρή βροχή.

Αυτό που είδες είναι η Ευρώπη

ντυμένη με το πλήθος

και τα δίκτυά της.

Πολύ χρήμα, κομψά ρούχα,

ωραία σπίτια και απότομες χειρονομίες

απαίσιο φαγητό – και πάντα για το τέλος

 ο Γκαίτε,

με τον μνημειώδη και αυλικό του συνάμα τρόπο

ένα είδος santo doctus για κάθε

πεφωτισμένο ποιητή, εκεί έξω».

Ο David Huerta όλο στάχτη στα μαλλιά και γύρω οι μέρες βαριεστημένες. Φεύγει για την χασιέντα αφήνοντας πίσω του ένα έργο που συνδέει εικόνες και στιγμές, πετώντας χούφτες τρυφερότητας στα μάτια μας. Συνένοχοι εμείς σε κάθε ψευδαίσθηση, σε κάθε ανάμνηση και παραδοχή, ατοχαιρετούμε. Διαμόρφωσε με τις πρόζες του μια ανεξάντλητη εικονογραφία, φανερώνοντας ανθρώπους και πράγματα μες στην πιο βέβαιη και απόλυτη μοναξιά τους. Και ίσως να έφθασε ως την δική μας, με το στόχαστρο της συγκίνησης του στημένο στις δεύτερες σκηνές. Στα μάτια που κλείνουν, στα βήματα που γλιστρούν, στην βαθιά σιωπή.

*Τα ποιήματα που μεταφράστηκαν και παραθέτονται σε αυτό το σημείωμα αντλήθηκαν από την αγγλική μετάφραση που φιλοξενείται στο https://www.poetrytranslation.org/poets/david-huerta

Ο David Huerta γεννήθηκε το 1949 στο Μέξικο Σίτυ. Εκεί έζησε και καθιερώθηκε σαν μία από τις πιο εκφραστικές φωνές της μεξικάνικης ποίησης. Βραβευμένος με σημαντικές διακρίσεις εξέφρασε το όραμα της γενιάς του 1970 που ανέλαβε τα ηνία αυτής της μεγάλης χώρας. Στοχαστικός στην ποίησή του και στοχαζόμενος πάνω στις οπτικές του καιρού και της ιστορίας, ο David Huerta αναδεικνύεται σε μια σπουδαία φωνή για το Μεξικό αλλά και την παγκόσμια, ποιητική σκηνή.

***Photo By MariResendiz – Own work, CC BY-SA 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=15641115