«Πέπλος αγνοίας» Αφιέρωμα στην Αγλαΐα Προβελεγίου, γράφει ο Άλκης Λεμπέσης 

0
41

 

«Κ’ ἡ ποίησή μου ἐν ὅσῳ ζῇ

θὰ ζήσῃ κ’ ἡ ἐνθύμησή σου

μὲσ στῇς καρδιαὶς μ’ αὐτὴν μαζί.»

Λένε πως πίσω από κάθε μεγάλο άνδρα υπάρχει μια ηγερία, μια γυναικεία παρουσία, που άλλοτε τον υποστηρίζει, άλλοτε τον κινητ(ρ)οποιεί έστω και έμμεσα, άλλοτε πάλι τον εμπνέει στις πράξεις του και στο δημιουργικό του έργο. Διότι, όπως και να το κάνουμε, το αποτύπωμα κάθε άνδρα στο πέρασμά του από την φαινομενικά μάταιη τούτη ζωή έχει ως μονάδα μέτρησης το δημιούργημά του. Αυτό τουλάχιστον πιστεύω ακράδαντα εγώ και αυτό προσπαθώ να προσμετρήσω σε προσωπικό επίπεδο. Ίσως το ίδιο να ισχύει και για κάθε γυναίκα, αλλά στον κόσμο των στερεοτύπων που ζούμε, αυτό θεωρείται δεδομένο μέσα από το τελειότερο δημιούργημα της γυναίκας, την ζωή και την ανατροφή των παιδιών. Οπότε, κάθε άλλη δημιουργική προσφορά της να περνάει σε δεύτερη μοίρα και μάλιστα ενίοτε παρά την θέλησή της. Τα ιστορικά παραδείγματα αναρίθμητα, δεν θα συνεχίσω όμως σε τέτοια -επικίνδυνα πλέον στην εποχή μας ως σεξιστικά- μονοπάτια σκέψης, τα οποία άλλωστε είναι και εκτός του κυρίως θέματός μου.

Μέσα στο πλαίσιο της ερευνητικής μου ενασχόλησης με τον ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιο, εντύπωση μού προξένησε η ανυπαρξία τεκμηρίων και πληροφοριών σχετικά με την σύζυγό του Αγλαΐα. Πληροφορίες, που παραμένουν άγνωστες ακόμη και για τον στενό οικογενειακό κύκλο των κατιόντων του ποιητή. Αλλά και τεκμήρια, τα οποία απουσιάζουν παντελώς, με αποτέλεσμα να γίνονται αναγκαστικά πολλές υποθέσεις εργασίας. Κάποιες από αυτές είναι ξεκάθαρες και δικαιολογημένες, ορισμένες άλλες αποδεικνύονται άτοπες επί τη βάσει νεώτερων στοιχείων, όταν αυτά προκύπτουν. Οπως, για παράδειγμα, η απόδοση αναφορών σε αυτήν μέσα από επιλεγμένους στίχους ποιημάτων του συζύγου της.

Για την ανθολόγηση τέτοιων παραδειγμάτων επιλέγω να αναφερθώ στην πολύ ενδιαφέρουσα πρόσφατη εργασία τής καθηγ. Νεοελληνικής Φιλολογίας (ΕΚΠΑ) κ. Άννας Χρυσογέλου-Κατσή με θέμα ««Βυθισμένες πόλεις και πολύτιμα ναυάγια (Μύθοι και θρύλοι και η λογοτεχνική τους μετάπλαση)». Δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά του Ζ΄ Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας (Μύθος/Μύθοι στη Λογοτεχνία. Μνήμη Ζ.Ι.Σιαφλέκη 13-16 Μαΐου 2021, Επιμέλεια: Α. Βλαβιανού- Λ. Ιωακειμίδου- Α. Κατσιγιάννη, Εκδόσεις ΕΑΠ 2023, σ. 127-142). Σύντομο απόσπασμα, που εστιάζει στον Αριστ. Προβελέγγιο, δημοσιεύτηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2023 (σελ. 8) της τοπικής εφημερίδας ΣΙΦΝΑΪΚΑ ΝΕΑ. Αυτό αποτέλεσε και την αφορμή συγγραφής τού παρόντος μελετήματος μετά την κυκλοφορία της σε ηλεκτρονική έκδοση το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 2023. Σημαδιακή ημερομηνία, όπως θα αποδειχθεί στην συνέχεια.

Από τις υποσημειώσεις σε αυτό, ερανίζομαι ορισμένους στίχους ποιημάτων του Προβελέγγιου, που η συγγραφέας έχει εντοπίσει και μάς επισημαίνει ως αναφορές στην σύζυγό του Αγλαΐα. Λόγω χώρου, έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω στην συνέχεια τους στίχους αυτούς στην πλήρη τους ανάπτυξη αλλά και πολλά άλλα ποιήματα που την αφορούν. Σχεδόν το σύνολό τους προέρχεται από ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στην ενότητα «Νεκρολούλουδα» της πρώτης ποιητικής συλλογής του Προβελέγγιου «Ποιήματα. Παλαιά και Νέα» (Αθήναι, 1896).

Αυτό που συνήθως διαφεύγει και περνά απαρατήρητο από τον αναγνώστη της ενότητας αυτής είναι πως ουσιαστικά πρόκειται, ολόκληρη, για μία ποιητική αφιέρωση του ποιητή προς την πρόωρα χαμένη λατρευτή του σύζυγο. Ένα πραγματικό μπουκέττο, μια αγκαλιά από νεκρικά λουλούδια, όλα διαλεγμένα ένα-ένα προσεκτικά στην μνήμη της. Ο ποιητής, για δικούς του λόγους, επιλέγει να μην προβάλει την διάσταση αυτή, ούτε καν να το αναφέρει στην έκδοση που πραγματοποιεί. Και όμως, τούτο καθίσταται προφανές μόλις ο αναγνώστης εντρυφήσει στα επί μέρους ποιήματα, με την προϋπόθεση βέβαια πως έχει γνώση των ανθρώπινων καταστάσεων που μεσολάβησαν. Με τον χαμηλόφωνο τρόπο αυτό, ο Προβελέγγιος παραδίδει στην αθανασία την μνήμη της πολυαγαπημένης συζύγου του, ένα πραγματικά ζηλευτό ποιητικό μνημόσυνο. Η ελάχιστη άξια ανταμοιβή μιας «χαμηλού προφίλ» συντρόφου, έστω και μετά θάνατο.

Ενα άλλο αξιοσημείωτο όσο και περίεργο χαρακτηριστικό είναι η απουσία τίτλων (μέσα στο κυρίως έργο) σε 7 από τα 12 συνολικά ποιήματα της ενότητας. Αγνωστη η σκοπιμότητα και δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυπογραφική αβλεψία για τόσο μεγάλο (ποσοστιαία) αριθμό ποιημάτων. Αποτέλεσμα είναι ο απονήρευτος μελετητής ή/και ο απλός αναγνώστης να μην προσέξει την λεπτομέρεια αυτή και να τα θεωρήσει ως «άτιτλα», μολονότι όλα έχουν τον τίτλο τους, που απαντάται στα Περιεχόμενα της έκδοσης. Βέβαια, τούτο δεν αποτελεί σημαντική αβλεψία, αφού -έτσι κι αλλιώς- η αρχή του πρώτου στίχου ενός ποιήματος (το γνωστό στους φιλολόγους “Inc.”) είναι που τα ταυτοποιεί.

Προτού ξεκινήσουμε την ξενάγηση μέσα από την Συλλογή αυτή, θα εστιάσουμε εκτός αυτής σε ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για την Αγλαΐα. Το βρίσκουμε παρ’ ελπίδα στο βιβλίο τού εγγονού τού ποιητή Αλεξ. Πετρόπουλου («Αριστ. Προβελέγγιος. Ο Τραγουδιστής του Αιγαίου», Αθήνα 1986). Προσοχή όμως: υπάρχει μόνον στην β’ επηυξημένη και βελτιωμένη έκδοση του 1999 και συγκεκριμένα στις σελίδες 80-81. Και λέγω «παρ’ ελπίδα» διότι, όχι μόνον απουσιάζει από την πρώτη έκδοση του βιβλίου (1986), αλλά και δεν αναφέρεται στην γνωστή (έτσι κι αλλιώς, ελλιπή) εργογραφία του Προβελέγγιου.

Ο εκδότης του βιβλίου δεν μας δίδει πληροφορίες για την πηγή του, αν και μπορώ να πιθανολογήσω πως προέρχεται από κάποιο οικογενειακό κατάλοιπο, κάποιο κρυμμένο χειρόγραφο. Αντίστοιχα, δεν γνωρίζουμε τον χρόνο σύνθεσής του, ούτε κατά πόσον έχει δημοσιευθεί αλλού, αν και είναι προφανές πως έχει γραφτεί την εποχή του θανάτου της συντρόφου του Αριστομένη. Περιέργως δε, είναι το μοναδικό γραμμένο σε άπταιστη καθαρεύουσα. Το ποίημα είναι άτιτλο και απευθύνεται με παράπονο, ίσως και θυμό, στην εκλιπούσα Αγλαΐα. Για τις ανάγκες του παρόντος, θα το τιτλοφορήσω «Εις την Αγλαΐαν» και ας με συγχωρέσει ο ποιητής για την αυθάδεια αυτή.

Ἀπέθανες καὶ σὺ τοσοῦτον νέα ! / Τὰ ὄμματά σου ἤδη τὰ ὡραῖα / ἐσβέσθησαν διὰ παντός ! / Τὸ ἀγλαόν σου κάλλος, Ἀγλαΐα / ἐφ’ οὗ ἡ χάρις ὅλη ἐμειδία, /

ἐσκίασεν ἡ πτέρυξ τῆς νυκτός !

Πρὸς τί λοιπὸν ἐφάνης εἰς τὸν κόσμον, / ὦ ἀδελφὴ τῶν ρόδων τῶν εὐόσμων, / ὦ τέκνον Ἀττικῆς αὐλῆς ; / Ἐζήλωσας τὸ ἄστρον τὸ διᾶττον / καὶ εἰς αἰθέρων βάθη ἀπωτάτων / ἀπὸ τῆς τλήμονος μετέστης γῆς ;

ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ εὐδαιμονία, / ἐκεῖ ἡ ἀληθής σου κατοικία, / ἐκεῖ ὡς λέγεται τὸ πᾶν· / Ἐνταῦθα ἴσως εἶναι ἡ καρδία / ἐνταῦθα μόνον καὶ τὸ ἀγαπᾶν.

Πῶς τὰς καρδίας τόσων συγγενῶν σου / πῶς τὴν ἀγάπην τόσων λατρευτῶν σου /

περιεφρόνησας, σκληρά ; / Ὁ ἄξιος παγχρύσων ἀνακτόρων / ὀφείλει ἄρα νὰ μισῇ τὸν χῶρον / ὅν ἔχει ἡ καλύβη ἡ μικρά·

ἐκείνη ἡ καλύβη, ὅπου πρῶτον / ἀνέτειλεν ἡ αἴγλη τῶν ἐρώτων / ἡ μόνη ἀληθῶς ζωή, / ἐκείνη ἡ καλύβη, ἥν δακρύων / πολλάκις ἐγκατέλιπεν παιδίον / ἥν μόνην ἴσως, μόνην ἐννοεῖ ;

Καὶ τὶς ἀνάγκη ἦτο, Ἀγλαΐα / νὰ θέλεις τα Ἠλύσια πεδία ; / Μὴ δὲν ὑπῆρχον παρὰ σοί ; / Μὴ ἔπαυσε ποτὲ ἡδυφωνοῦσα / τοῦ ἀδελφοῦ σου ἡ λογία μοῦσα, /
ἡ λύρα τοῦ συζύγου ἡ χρυσῆ ;

Πολύ δύσκολο ποίημα και δεν εννοώ, γλωσσικά ή -κυρίως- νοηματικά. Εννοώ πως είναι εμφανής η δυσχερής ψυχολογική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει ο ποιητής όταν βλέπει την ζωή του να κατακρημνίζεται και αδυνατεί να συλλάβει το πώς θα μπορέσει να συνεχίσει χωρίς την παρουσία της συντρόφου του. Πίκρα, απογοήτευση, κατηγορίες, θυμός. Όχι μόνο για την απώλεια αλλά ίσως και για έντονες πικρές στιγμές του καθημερινού βίου, για μικρο-παράπονα και λογικές απαιτήσεις ενός μη-επιδιορθώσιμου παρελθόντος. Όλα τελείως φυσιολογικά σε περιπτώσεις πένθους, όπως θα δούμε στην συνέχεια του μελετήματος. Ας μην βιαστεί ο αναγνώστης να καταδικάσει τον ποιητή. Ας θεωρήσει την σύνθεση αυτή μια στιγμιαία εξαίρεση, που ίσως για τον λόγο αυτό παρέμεινε στο ημίφως της αφάνειας μέχρι τώρα. Ας με εμπιστευτεί και τον διαβεβαιώ πως τον περιμένει μια ποιητική πανδαισία στην συνέχεια, ένας τελείως διαφορετικός Προβελέγγιος, σαν κι αυτόν που έχουμε συνηθίσει και βαθμιαία ανακαλύπτουμε.

«ΝΕΚΡΟΛΟΥΛΟΥΔΑ»
Στο πρώτο ποίημα της ενότητας «Νεκρολούλουδα» με τίτλο «Χρυσοπηγή», η υποσημείωση αναφέρει: «Παραθαλασσία μονή επί της νήσου Σίφνου, της πατρίδος του ποιητού, όπουν ωδήγησεν ούτος την πάσχουσαν σύζυγόν τον με την ελπίδα να την σώση». Μεταγράφω τις τρεις τελευταίες από τις συνολικά 11 στροφές.

Τώρα μὲ βλέπεις μὲ βαριὰ καὶ λυπημένα στήθια / ἀχνὸ τὸ μάτι νὰ ὑψόνω / στὴν ἀσημένια εἰκόνα σου, νὰ σοῦ ζητῶ βοήθεια / γιὰ κείνηνα ποῦ ἀγαπῶ, γιὰ κείνη, ποῦ ἔχω πόνο.

Δόσε της γειά, δός της ζωή, θαυματουργὴ Παρθένα, / δόσε της δύναμη νὰ τρέξῃ / ἐλεύθερη στῇς λαγκαδιαίς, στὰ ὄρη τ’ ἀνθισμένα / νὰ κόψῃ ἀγριολούλουδα, στεφάνια νὰ σοῦ πλέξῃ !

Καὶ κάθε χρόνο ὅταν ἐδῶ ἡ ἄνοιξη τριγύρω / τὰ μυροβόλα χείλη ἀνοίγῃ, / νἄρχεται ἐκείνη μὲ χαρὰ κ’ εὐλάβεια νὰ σμίγῃ / εὐγνωμοσύνης ἄρωμα στῶν λαγκαδιῶν τὸ μύρο !

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Σιφνιός ή να έχει κάνει τάμα στην εικόνα Της για να νοιώσει την συγκίνηση από τους στίχους αυτούς, που απευθύνει σε δεύτερο πρόσωπο ο ποιητής στην Παναγία Χρυσοπηγή. Η οικογένεια Νικολάου Αλκ. Λεμπέση είχε την ευλογία να Της ανταποδώσει την εύνοια και προστασία Της, πανηγυρίζοντάς Την τέσσερις φορές μέχρι σήμερα (1978, 1986, 2000 και 2018). Προσευχόμαστε για να υπάρξει συνέχεια.

Το δεύτερο ποίημα της ίδιας ενότητας με τίτλο (που εμφανίζεται μόνο στα περιεχόμενα) «Σαν γέρνης με κατάνυξιν» (σελ. 264) ξεκάθαρα επίσης απευθύνεται στη σύζυγό του. Αδυνατώ να ξεχωρίσω κάποιους στίχους κι έτσι το μεταγράφω ολόκληρο εδώ. Άλλωστε, το ποίημα αυτό είναι σε απόλυτη συμφωνία με τις δημόσιες μαρτυρίες που έχουμε για την κατάσταση, την οποία βιώνει ο ποιητής ενόσω η πολυαγαπημένη σύντροφός του αργοπεθαίνει.

Σὰν γέρνῃς μὲ κατάνυξην ἁγίας τὸ κεφάλι / τὴ νύκτα στὸ μαρτυρικὸ κρεββάτι καθισμένη / καὶ δέεσαι, προσεύχεσαι χλωμὴ κι’ ἀφανισμένη, / μὰ ὡραία καὶ καρτερικὴ στοῦ πόνου σου τὴ ζάλη.

Καὶ μὲ τὸν πόθο τῆς ζωῆς στὰ πονεμένα στήθια, / μὲ τῆς ὑγείας τ’ ὄνειρο τὸ θεῖο ριζωμένο / βαθιὰ βαθιὰ στὸ σῶμά σου τὸ ἀδυνατισμένο, / ζητᾷς ἀπ’ τὸν οὐράνιο πατέρα σου βοήθεια.

Τὸτ’ ἡ καρδιά μου ἀπ’ τ’ ἄφωτα τοῦ πόνου της πελάγη / σοῦ πλάττει ἕν’ ἄγγελο στὸ πλάγι, / ποὺ μ’ εὐσπλαχνίας δάκρυα σὲ κυττάζει, / κ’ ὕπνο στὰ μάτια σου, δροσιὰ στὴ φλόγα σου σταλάζει.

Οι ζωντανές εικόνες (σαν τον «άγγελο στο πλάγι»), που βλέπουμε να προβάλει τρισδιάστατα στον χωροχρόνο ο λυρικός μαέστρος Προβελλέγιος, ομιλούν από μόνες τους και κάθε σχόλιο παρέλκει.

Το τρίτο ποίημα της ενότητας με τίτλο (ανευρίσκεται ομοίως μόνο στα περιεχόμενα της Συλλογής) «Σαν αγγελούδι κέρινο» απευθύνεται, σε δεύτερο πρόσωπο και πάλι, στην νεκρή πλέον, Αθηναία την καταγωγή, σύντροφό του, ενώ αυτή αναχωρεί από το σπιτικό τους για την τελευταία κατοικία της. Αδυνατώ εκ νέου να επιλέξω στίχους, από τον φόβο μήπως θρυμματίσω το αυθυπόστατο ποίημα-μοιρολόϊ του Προβελέγγιου:

Σὰν ἀγγελοῦδι κέρινο μὲσ’ στ’ ἄνθη ξαπλωμένο, / Μ’ ἄφραστη γλύκα γύρωθε στὰ μάτια τὰ κλειστά, / μ’ ἕνα μειδίαμα ἐλαφρό, σὰν φῶς κρυφὰ χυμένο, / ποῦ ἡμέρονε, ζωντάνευε τὰ κάλλη τα σβυστά,

Ἄχ, σηκωτὴ τἀγαπητὰ τὰ μέρη σου περνοῦσες· / τὰ καστανά σου ἐχάϊδευεν ὁ ζέφυρος μαλλιά, / κ’ ἔλαμπε γύρω ἡ ἐξοχὴ κ’ ἐψέλναν τὰ πουλιά / στὰ πεῦκα τὰ παμπάλαια ποῦ τόσο τ’ ἀγαποῦσες !

Μ’ ὀρθάνοικτα παράθυρα σὰν μάτια ψυχερά, / τὸ σπίτι σου σὲ κύτταζε τὴν ὥρα ποῦ σὲ πέρναν, / —ζωὴ γεμάτη ἐνθύμησες χρυσαίς ποῦ θλιβερά, / σὰν μουσικὴ ποῦ ξεψυχᾶ, στὸ φέρετρό σου ἐγέρναν.—

Τὸ δέντρο μὲ τ’ ἀθάνατο κλίνει ψιθύρισμά του / στὴ συνοδιὰ ποῦ κάτωθε διαβαίνει σιωπηλή, / βαθὺ μυστήριο τῆς ζωῆς ποῦ μυστικὰ μιλεί /

μὲ τὸ ἀκόμα πιὸ βαθὺ μυστήριο τοῦ θανάτου.

Κ’ ἐνῷ σὲ κλαίει κάθε καρδιά, καὶ δάκρυ ἐνῷ σὲ ραίνει, / κι’ ὁ πλέον ξένος κι’ ἄγνωστος διαβάτης σταματᾷ / καὶ μὲ ματιὰ θλιμμένη / τὰ νεκρωμένα νιάτα σου, τὴν ὀμορφιὰ κυττᾷ,

Ἡ γῆ, ποῦ ὅλα δέχεται σ’ ἀναίσθητη ἀγκάλη / ὅσα ἡ ζωὴ ἐπάνω της σὰν θάλασσα κυλᾷ, / —πόνου μαρτύρια σκοτεινά, χαρᾶς οὐράνια κάλλη— / ἡ γῆ σὲ βλέπει ἀδιάφορη κι’ ὁλόφωτη γελᾷ.

Ὁ ἥλιος ποῦ σ’ ἀνάθρεψε μὲσ στὴ γλυκειά σου Ἀθήνα, / ἄνθος ὡραῖο, εὐγενικὸ στὸ χῶμα τὸ ἱερό, / ὁ ἥλιος τώρα σὲ φιλεῖ μὲ τὴ στερνή του ἀκτῖνα, / σὰν κάθε μάρμαρο ψυχρό.

Ἀλλ’ ἡ ψυχή μου ἡ ἄχαρη φαντάζεται ν’ ἀκούῃ / ἀπ’ τὸ βαθύτατο οὐρανό / ἐλπίδος ᾆσμα σιγανό, / σὰν χέρι ἀγγέλου τὴν χρυσῆ κιθάρα του νὰ κρούῃ.

Τὰ δακρυσμένα μάτια μου ἀπὸ τῆς γῆς τὸ χῶμα / ἐσήκωσα στὸν οὐρανό, /

κ’ εἶδα ἕνα πνεῦμα φωτεινό / νὰ χάνεται στ’ ἀπέραντο γαλήνιό του δῶμα.

Ὦ θεϊκὴ παρηγοριά, στερνὴ θνητῶν ἐλπίδα, / ποῦ φέγγεις στὰ τρισκότιδα τοῦ πόνου πιὸ λαμπρή ! / ὑπάρχεις τὰχ’ ἀληθινά, ὦ οὐράνια μας πατρίδα ; / σὲ γράφει μόνο ἐμπρὸς στὸ νοῦ λαχτάρα φλογερή ;

Ποιητικές εικόνες σαν και αυτήν είναι που ίσως ορίζουν την λυρική στα όρια της σουρεαλιστικής ποίηση: «Μ’ ορθάνοικτα παράθυρα σαν μάτια ψυχερά, / το σπίτι σου σε κύτταζε την ώρα που σε πέρναν,…». Θα πρέπει κανείς να έχει βιώσει τέτοιες καταστάσεις προσωπικά, πράγμα που απεύχομαι, για να μπορέσει να συναισθανθεί τον άφατο πόνο του ποιητή, που όμως μέσα από τους στίχους αυτούς κατορθώνει και βρίσκει έκφραση. Κι ας αναζητεί ο ορθολογικός νους την εξ ύψους παρηγορία, με τον υποδόρειο φόβο πως κι αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παρηγορητικό δημιούργημα του ανθρώπινου τρόμου μπροστά στο μυστήριο του θανάτου.

Ήδη ξεφεύγω σε έκταση με την παράθεση ολόκληρου του επόμενου ποιήματος από την ίδια ενότητα. Ας μου συγχωρεθεί, αν θεωρηθεί πλεονασμός, άλλωστε υποσχέθηκα ποιητική πανδαισία. Νιώθω όμως πως αν ισχύει αυτό που λένε, ότι δηλαδή η λησμονιά αυτών που «φεύγουν» σημαίνει έναν δεύτερο θάνατο, τότε έχω την ευκαιρία μιας πρόσκαιρης επανόρθωσης. Άλλωστε δεν είμαι σίγουρος πως ο αναγνώστης θα βρει χρόνο να αναζητήσει τα ποιήματα αυτά στην αρχική τους έκδοση του 1896 κι ας διατίθεται δωρεάν, ψηφιοποιημένη από την «Ανέμη» του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ούτε και η λησμονημένη άμοιρη Αγλαΐα είχε πολλές άλλες ευκαιρίες για θύμιση.

Ας δούμε αυτό το συγκριτικά μακροσκελές ποίημα εικονοποιώντας μέσα από την οικογενειακή κλειδαρότρυπα τον ανείπωτο πόνο, ενόσω αυτοί μοιρολογούν πίσω από κλειστές πόρτες. Τίτλος του «Εις την αδελφήν της».

ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗΝ ΤΗΣ

Σὺ ποῦ στὸ μοιρολόγι σοῦ τ’ ἀδελφικό / ἄνοιξες τῆς καϋμένης σου καρδιᾶς τα βύθη / καὶ πόνου σκοτεινὴ ἡ ἄγρια φλόγα ἐχύθη / κ’ ἔκαιγε εἰς κάθε λόγο σου σπαρακτικό.

Σὺ ποῦ στὸ μοιρολόγι σου τὸ φλογερὸ ὑψώθηκες / στὰ τραγικὰ τοῦ πόνου οὐράνια, / κ’ ἔπεφτε ὁ θρῆνός σου ἐπάνω στὸ νεκρό, /

σὰν ματωμένα κι’ ὁλοζώντανα στεφάνια.

Σὺ πὥχεις πιεῖ σταλαματιὰ σταλαματιά / τοῦ πόνου τὸ ποτήρι τὸ πικρὸ μαζί μου — / τί φλόγα πῆρες κ’ ἔφυγες στὴν ξενιτειά, / δυστυχισμένη ἀδελφή της κι’ ἀδελφή μου !

Ἀκόμα ἐκείνη ἡ τελευταία σου κραυγή, / ποῦ τ’ ὄνομα «Ἀγλαΐα» εἶχε προφέρει, / μοῦ καίει ἀκόμα τῆς καρδίας μου τὴν πληγή, / ὡσὰν τῆς λύπης τὸ σκληρότερο μαχαίρι.

Στολίζεις μ’ ἄνθη τὸ ἀκίνητο κεφάλι / καὶ συγυρίζεις ὡσὰν νύφη τὴ νεκρή, /

σὺ ποῦ σὰν μάννα τὴν καμάρονες μικρή, / κ’ ἔχεις στολίσει τὰ παρθενικά της κάλλη !

Τὴ σπαραγμένη σου καρδιὰ ἐπῆρες τώρα / Κ’ ἔφυγες ἀπ’ τὴ γῆ μας τὴν ἀγαπητή, / ποῦ τὴ χαρά σου μέσα της βαθιὰ κρατεῖ, / στὴ μακρινή, πεντάμορφη τοῦ Νείλου χώρα.

Ἄχ, μὲ τί πόθο μιὰ φορά, μὲ ποιὰν ἐλπίδα / τὸ γράμμα της τ’ ἀγαπημένο καρτεροῦσες ! / Ἦταν τὸ πιὸ γλυκὸ φιλὶ ποῦ λαχταροῦσες / Ἀπ’ τὴν χρυσῆ σου, ἀπὸ τὴν ποθητὴ πατρίδα !

Λυόνει στὰ χώματα τ’ ἀδελφικό της χέρι· / σπαρταριστὸ τὸ γράμμα της δὲν θὰ περάσῃ / τ’ ἄγρια πέλαγα, ἀνυπόμονο νὰ φθάσῃ, / τὸ μύρο τ’ ἅγιο τῆς ἀγάπης νὰ σοῦ φέρῃ !

Ἔδυσ’ ἐκεῖνο τὸ γλυκόφωτό της μάτι, / ἄχ, πάει ἡ φωνή της ἡ γλυκειὰ σὰν μουσική, / γιατί μ’ ἀγάπη καὶ λαχτάρα ἦταν γεμάτη ! / στεῖρεψ’ ἡ βρύση τῆς χαρᾶς σου ἡ θεϊκή.

Στῆς Μεσογείου τώρα κάθεσαι τὴν ἄκρη, / τὸ κῦμα πλέον δὲν σοῦ φέρνει τὴ χαρά. / Ἔχεις στὸ νοῦ σου καταχνιά, στὰ μάτια δάκρυ, / κ’ ἐνθύμησες σὲ τριγυρνούνε θλιβερά.

«Στα μάτια δάκρυ» φέρνει το άκουσμα εκείνης της «τελευταίας κραυγής». Και αν διαβάζοντας το ποίημα, νοιώθει ο αναγνώστης «της λύπης το σκληρότερο μαχαίρι», μετά από 130 χρόνια και για ανθρώπους άγνωστους, τότε σίγουρα ο ποιητής θα πρέπει να αισθάνεται δικαιωμένος από εκεί που βρίσκεται.

Μέσα από το ποίημα αυτό, ο Προβελέγγιος επιθυμεί να απαθανατίσει την αδελφική αφοσίωση, αυτήν που ένοιωσε και τον άγγιξε, σε βαθμό τού να αισθανθεί -πέρα από το οικογενειακό τυπικό- πραγματικός αδελφός τής αδελφής τής συντρόφου του. Αναφέρει το όνομα τής συζύγου του Αγλαΐας, όχι όμως και αυτό της αδελφής της. Οι υπάρχουσες πενιχρές γενεαλογικές πληροφορίες που έχω λάβει από την σημερινή οικογένεια των κατιόντων Προβελέγγιου μάς δίδουν δύο αδελφές της Αγλαΐας, την Βασιλική και την Κατίγκω. Δεν γνωρίζουμε σε ποιάν από τις δύο αναφέρεται το ποίημα, παρά το γεγονός πως ο ποιητής μάς παραδίδει, μέσω σχετικής υποσημείωσης, την πληροφορία πως η μόνιμη κατοικία της ήταν στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου. Αυτό όμως με οδηγεί να συμπεράνω βάσιμα (και για πρώτη φορά) πως μάλλον πρόκειται για την Βασιλική (σύζ. Εμμ. Αντωνιάδη), η οποία και θα αναλάβει την ανατροφή των ορφανών κοριτσιών του ζεύγους Προβελέγγιου.

«ΠΕΠΛΟΣ ΑΓΝΟΙΑΣ»
Γ ια την Αγλαΐα Προβελέγγιου λίγα έως ελάχιστα πράγματα φαίνεται να γνωρίζουμε. Ίσως διότι, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, κανείς δεν της είχε αφιερώσει χρόνο και ενασχόληση. Αυτόν λοιπόν τον «πέπλο αγνοίας» θα προσπαθήσω να ανασηκώσω, αργά και με κάθε επισημότητα, όπως σηκώνει κανείς ένα μαύρο πένθιμο βέλο.

Ακόμη και στο εγκυρότερο βιβλίο για τα βιογραφικά του ποιητή, που δημοσίευσε ο εγγονός του Αλεξ. Πετρόπουλος («Αριστ. Προβελέγγιος. Ο Τραγουδιστής του Αιγαίου», Αθήνα 1986), δεν υπάρχει παρά μια ελάχιστη αναφορά ολίγων γραμμών για την Αγλαΐα. Υπάρχει όμως στην σελ. 55 μια φωτογραφία ενός θαυμάσιου πορτραίτου της, καλλιτεχνημένο από τον Γ. Ροϊλό, την οποία και δανείζομαι. Κόρη του αγωνιστή της Επανάστασης και μετέπειτα πολιτικού Σταύρου Βλάχου (1802-1864), ένα από τα 6 παιδιά του (ισομοιρασμένα αγόρια και κορίτσια), ίσως το στερνό. Όλοι αναφέρονται σε αυτήν ως «αδελφή του Άγγελου Βλάχου», πασίγνωστου λόγιου της εποχής και διπλωματικού. Ακόμη και το όνομα τής μητέρας της δεν ανευρίσκεται εύκολα: Σοφία, σεβάσμια κυρία των Αθηνών, όπως άλλωστε δέχθηκε ο Αριστομένης να ονομασθεί και η πρώτη κόρη του τιμώντας έτσι την πενθερά του.

Και κάπου εδώ εξαντλούνται οι βιογραφικές πληροφορίες για την Αγλαΐα. Μέχρι σήμερα, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε γεννήθηκε, ούτε την ηλικιακή σχέση της με τα άλλα αδέλφια. Μπορούμε να εικάσουμε μόνο, από τον στίχο του τελευταίου ποιήματος ανωτέρω, πως ήταν ίσως πολύ νεώτερη από τις 2 αδελφές της, αφού η μία τουλάχιστον την πρόσεχε σαν «μητέρα». Αναζήτησα το γενεαλογικό δένδρο του πατριάρχη της οικογένειας Σταύρου Βλάχου (1802-1864), πέρα από το πολύτιμο χειρόγραφο σκαρίφημα που η οικογένεια Προβελέγγιου ευγενώς μου διέθεσε. Η έρευνά μου δυστυχώς προσώρας δεν απέδωσε.

Δεν γνωρίζουμε πότε νυμφεύθηκε τον άνδρα τής (σύντομης) ζωής της. Μπορούμε να το υπολογίσουμε αφαιρετικά γύρω στο 1889, αν κρίνουμε από τις χρονολογίες γέννησης των δύο θυγατέρων της (Σοφία, 1890 και Τίνα, από το Αικατερίνη, 1891). Περιέργως δεν εντοπίζεται κάποια γαμήλια φωτογραφία του ζεύγους, όπως ήταν απαραίτητο την εποχή εκείνη. Δεν ανευρίσκουμε εύκολα την ημερομηνία θανάτου της. Οι μελετητές συνήθως την υπολογίζουν επαγωγικά «πριν τον Αύγουστο του 1894» με την βοήθεια ενός ακόμη ποιήματος του Προβελέγγιου, που την αφορά. Τίτλος του «Μετά Δυό Χρόνια», το ακροτελεύτιο της ενότητας «Νεκρολούλουδα» της ποιητικής Συλλογής τού 1896.

«ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ» 

Προτού καταλήξουμε στο συγκεκριμένο αυτό ποίημα, ο τακτικός αναγνώστης, αυτός που διαβάζει τα ποιήματα της ενότητας «Νεκρολούλουδα» με χρονική σειρά, θα έχει ήδη παρακολουθήσει τα στάδια εξέλιξης του πόνου του ποιητή μέσα στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από την απώλεια της Αγλαΐας. Εχει φροντίσει γι’ αυτό ο ίδιος ο ποιητής παραθέτοντας τα ποιήματα σε χρονική μεταξύ τους συνάρτηση.

Λογικά ο Προβελέγγιος αγνοεί την θεωρία της μοντέρνας ψυχιατρικής-ψυχολογίας (Elisabeth Kübler-Ross στο βιβλίο της «Για αυτούς που πεθαίνουν», 1969) σχετικά με τα 5 στάδια του πένθους από την απώλεια (θάνατος ή χωρισμός) ενός αγαπημένου προσώπου: άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη και αποδοχή. Πλην όμως, όπως είναι γνωστό σε κάθε έναν από εμάς που έχει θελήσει να ομφαλοσκοπήσει στο προσωπικό του πένθος, τα στάδια αυτά εξακολουθούν να ισχύουν ανεξάρτητα από το κατά πόσο τα γνωρίζουμε ή όχι, την ένταση που τα ζούμε ή την χρονική σειρά που τα βιώνουμε.

Μέσα από αυτό το πρωτότυπο οπτικό πρίσμα, θα εξετάσω τα υπόλοιπα ποιήματα της ενότητας «Νεκρολούλουδα». Είδαμε τα πρώτα ανησυχητικά στάδια της ασθένειας της Αγλαΐας και την προσευχή στα θεία για ίαση (ποίημα «Χρυσοπηγή»). Ακολούθησε η περιγραφή των τελευταίων σταδίων της αρρώστιας (ποίημα «Σαν Γέρνεις με Κατάνυξη») και η εξόδιος (ποίημα «Σαν Αγγελούδι Κέρινο»). Από κοντά και η συμμετοχή των προσφιλών προσώπων στο πένθος (ποίημα «Εις την Αδελφήν της»).

Ακολουθούν τα υπόλοιπα ποιήματα της ενότητας. Από κάθε ένα από αυτά, επιλέγω μερικές στροφές με το δικό μου υποκειμενικό αισθητήριο και κριτήριο. Αν είστε όμως στην κατάλληλη ψυχολογική κατάσταση ώστε να σας «ακουμπήσει» το θέμα, συνιστώ ανεπιφύλακτα να τα διαβάσετε στην πλήρη τους μορφή για προσωπική παρηγορία. Ταυτόχρονα όμως με τον χειρισμό του πένθους από μεριάς του ατυχούς συζύγου, σχηματίζουμε και μια πρώτη άποψη περί της εκλιπούσης. Αρχίζουμε με την:

ΑΡΝΗΣΗ: «Αν είχα τώρα πίστη» (ο τίτλος από τα περιεχόμενα).

Στροφές 3η, 4η, 9η και 10η από συνολικά 11 τετράστιχα.

…..

Θενάλπιζα πὼς πάλι μιὰν ἡμέρα / ἐσὲ ποῦ χάνω, ἐσὲ ποῦ κλαίω φλογερά, / χωρὶς ἐλπίδα νὰ σὲ ἰδῶ καμμιὰ φορά, / θενάλπιζα νὰ σ’ εὕρω σ’ ἄλλη σφαῖρα.

Θενὰ σ’ ἀντίκρυζα μιὰ μέρα πάλι, / σὲ ποῦ στὸν κόσμον εἶδα τὴ στερνὴ στιγμή /

ἀπ’ τὴν ἀρρώστια μαραμένη καὶ χλωμή, / βαριὰ βαριὰ νὰ γέρνῃς τὸ κεφάλι,

…..

Σὲ λαχταρῶ ! γιὰ σέναν’ ἔχω πόθο ! / μὰ τὴν πνοή σου τὴν παρήγορη, θερμή, /

ποῦ ραίνει μ’ ἄνθη καὶ τὴν πιὸ φρικτὴ στιγμή, / στὴν ἄπιστη καρδιά μου δὲν τὴν νοιώθω !

Καὶ βλέπω ἐκείνη, πνεῦμα ὑψηλοτέρου κόσμου, / τὴν βλέπω χῶμα στῶν χωμάτων τὸ σωρό, / καὶ δὲν ἐλπίζω νὰ τὴν ἀντικρύσω ἐμπρός μου / ποτὲ ποτὲ μὲσ στῶν αἰώνων τὸ χορό !

…..

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ: «Την πρώτη μέρα» (ο τίτλος από τα περιεχόμενα).

Στροφές 4, τετράστιχες.

Τὴν πρώτη μέρα ποῦ σ’ ἐσκέπασε τὸ χῶμα / ἦταν ἀκὸμ’ ἀπὸ τὰ δάκρυα νοτισμένο, / νεόκοπα λούλουδ’ ἀπὸ χέρι ἀγαπημένο / στὸν τάφο σου εὐωδίαζαν ἀκόμα.

Καὶ μέλισσαις καὶ πεταλοῦδες ἐκεῖ γύρω / πετοῦσαν κ’ ἔπαιρναν τῶν λουλουδιῶν τὸ μύρο, / κ’ ἦταν στὸ μνῆμά σου σὰν ἄνοιξης πνοή, /

γεμάτη ἀρώματα, καὶ ἄνθη καὶ ζωή.

Τὴν ἄλλη μέρα βρῆκα τ’ ἄνθη μαραμένα, / ᾑ πεταλοῦδες ἔφυγαν καὶ τὰ μελίσσια, / ψηλὰ βογκοῦσαν θλιβερὰ τὰ κυπαρίσσια / στὴ νέκρα καὶ τὴ λησμονιὰ συνειθισμένα.

Ἄνθος ποῦ σήμερα εὐωδιάζει κι’ αὔριο κλίνει, / μὲσ στῇς καρδιαὶς ἡ μνήμη μας περνᾷ καὶ σβύνει. / Σὰν μέλισσα, σὰν πεταλούδα ἡ καρδιά, / σὲ νέα λουλούδια φτερουγίζει κ’ εὐωδιᾷ.

ΘΥΜΟΣ: «Τώρα που πρωτοφάνηκαν» (ο τίτλος από τα περιεχόμενα).

Στροφές 3η, 4η, 5η και 7η από συνολικά 7 τετράστιχα.

…..

Τώρα ποῦ ἡ πρώιμη δροσιὰ χειμῶνα μᾶς θυμίζει / καὶ κάθε μιὰ οἰκοδέσποινα χαρούμενη ’τοιμάζει / τὸ σπίτι της· ποῦ ἡ φωτιὰ φαιδρὰ θενὰ σπιθίζῃ / κι’ ἀγαπημένα πρόσωπα κοντά της θὰ συνάζῃ,

Τώρα καὶ σύ μᾶς ἔφυγες, ψυχὴ χαριτωμένη ! / μᾶς ἔφυγες καὶ τὴ χαρὰ πῆρες μαζὶ στὸν ᾍδη· / ἀφῆκες ἔρμη τὴ φωλιὰ καὶ τὴ γωνιὰ σβυμένη, / σκοτάδι ἀφῆκες στῇς καρδιαίς, στὸ σπίτι σου σκοτάδι.

Ἐκεῖ ποῦ πῆγες, στ’ ἄγνωστο ἐκεῖνο περιγιάλι, / ἄχ, ποιό χαμόγελο παιδιῶν τὸ στῆθός σου θὰ εὐφράνῃ ; / καὶ τὰ παιδιά σου ποιᾶς μητρὸς λαχταριστὴ ἀγκάλη /

θενὰ τὰ σφίξῃ μὲ στοργή, γλυκὰ θὰ τὰ ζεστάνῃ ;

…..

Ἄχ, ναί, εἰκόνες ποθηταίς ἀπὸ τὰ περασμένα / μὲ τριγυρνοὺν χρυσόφτεραις στὴ μαύρη καταχνιά· / πουλάκια ποῦ ξωρίστηκαν στὴ βαροχειμωνιά / πὲρ’ ἀπὸ κλίματα ἡλιασμένα.

Μεσολαβεί το ποίημα «Τα παιδάκια μου» όπου ο ποιητής σκέφτεται το ορφανεμένο από μητέρα μέλλον τους. Επί του παρόντος, την ανατροφή τους θα αναλάβει το χωρίς παιδιά συγγενικό ζεύγος των Μανουήλ και Βασιλικής Αντωνιάδη, εύποροι εξ Αιγύπτου και «πνευματικοί γονείς» (ανάδοχοι και θείοι) των παιδιών (Αλ. Πετρόπουλος, 1999, σελ. 81). Και ακολουθεί η:

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ: «Ήλθεν η άνοιξη» (ο τίτλος από τα περιεχόμενα).

Στροφές 1η, 4η, 5η και 8η από συνολικά 8 τετράστιχα

Ἦλθεν ἡ ἄνοιξη κ’ φύση λουλουδίζει, / μὰ σὺ στὸ μνῆμα ἐκλείστηκες εἰς τὸν αἰῶνα. / Ἔχω κ’ ἐγὼ μὲσ στὴν καρδιὰ βαρὺ χειμῶνα, / κ’ ἕν ἄνθος μόνον, ἄνθος πόνου τὴν στολίζει.

…..

Ἄχ, ἡ καρδιά μου λαχταρᾶ καὶ κλαίει τὸ μάτι. / Σκύφτω νὰ πιῶ τὴν ἄχνη σου τὴ μυρωδάτη, / ν’ ἀκούσω τὸ μουρμούρισμά σου π’ ἀνεβαίνει / μὲσ’ ἀπ’ τὸ μνῆμα ποῦ κοιμᾶται ἡ πικραμένη.

Εἶνε παράπονο τῆς μάννας πὤχει ἀφήσει / στὸν κόσμο τὰ παιδάκια της; ἀκούω τὸ θρῆνο / τὸ μυστικό, βαθύτατο, αἰώνιο ἐκεῖνο / ζωῆς ποῦ ἐσβύστηκε παράκαιρα στὴ φύση ;

…..

Μὲ τί λατρείαν ἡ ματιὰ μου σ’ ἀγκαλιάζει, / ἄνθος ἱερό, ἀνάθρεμμα τοῦ μνήματός της ! / Γέρνω, φιλῶ σὲ· κ’ ἡ καρδιά μου ἀναγαλλιάζει, / σὰν νὰ χαϊδεύω τὰ φτερὰ τοῦ πνεύματός της.

Ο ποιητής συνομιλεί με ένα ανοιξιάτικο άνθος που φύτρωσε στο μνήμα της. Στην φαντασία του αποκτά τα χαρακτηριστικά της αγαπημένης του. Το κοιτάζει, το φιλεί, το χαϊδεύει, το μυρίζει, ακούει το θρόϊσμά του. Το ερωτά μονολογώντας και περιμένει τις απαντήσεις που ποτέ δεν θα έλθουν. Και με τον παραισθητικό τρόπο αυτό, το καταθλιπτικό μυαλό του βρίσκει παραμυθία.

Έπεται το ποίημα «Τάφοι Λησμονημένοι», που δεν θα το παρουσιάσω λόγω έλλειψης προσωπικών αναφορών. Ένα μικρό ποιητικό «πεντάστερο» αριστούργημα (κατά την ταπεινή μου άποψη) όπου περιγράφεται, όχι μόνον η ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από τα ταφικά μνήματα, αλλά και η άσβηστη ορμέμφυτη ζωή που αναδύεται ανεμπόδιστη από τους ίδιους χώρους. Επόμενο στάδιο η:

ΑΠΟΔΟΧΗ: «Να σε ξεχάσουν δε θ’ αφήσω» (ο τίτλος από τα περιεχόμενα).

Επιλέγω να μεταγράψω και τα 6 συνολικά τετράστιχα του ποιήματος διότι με αυτό ο ποιητής, συνειδητά και ουσιαστικά, αφήνει την παρακαταθήκη του εις τον αιώνα ή -ακριβέστερα- για όσο χρόνο υπάρχει και διαβάζεται η ποίησή του. Ένα πραγματικό μνημόσυνο στην Αγλαΐα, που άθελά του τελεί ο κάθε υπομονετικός αναγνώστης αυτού του αφιερώματος. Ένα μνημόσυνο, που σχεδόν ουδείς από εμάς μπορεί να ελπίζει σε ένα παρόμοιο προνόμιο.

Νὰ σὲ ξεχάσουν δὲν θ’ ἀφήσω ! / ἀπὸ τὸ χῶμα τὸ ψυχρό / ποῦ κοίτεσαι, θὰ σ’ ἀναστήσω / σ’ ἕνα τραγοῦδι θλιβερό.

Ὅλη ἐκεὶν’ ἡ ἁρμονία / ποῦ μὤχει στάξει στὴν ψυχή / ἡ τόση ἀγάπη σου, ἡ λατρεία, / σὰν θρῆνος τώρα θ’ ἀντηχῇ.

Μὲσ στὸ μουρμούρισμα τῶν στίχων, / στὰ χρώματα, στὴν εὐωδιά, / μέσα στὸ κύλισμα τῶν ἤχων / ποῦ βγαίνουν ἀπὸ τὴν καρδιά,

Ἡ ὄψη σου θὰ λάμψῃ πάλι / σὰν ἕνα ρόδο δροσερό, / ποῦ ψιθυρίζοντας ἀγάλι /

κυλᾷ τὸ διάφανο νερό.

Ἀμάραντ’ ἄνθη ποῦ φυτρώνουν / μέσα στοῦ πόνου τὴ φωτιά, / δάκρυα ποῦ εἰς στίχους κρυσταλλόνουν / σὰν διαμαντιοῦ σταλαματιά,

Θενὰ στολίζουν τὴ μορφή σου· / Κ’ ἡ ποίησή μου ἐν ὅσῳ ζῇ / θὰ ζήσῃ κ’ ἡ ἐνθύμησή σου / μὲσ στῇς καρδιαὶς μ’ αὐτὴν μαζί.

Έφθασε η αποδοχή του πεπρωμένου με τον πανδαμάτορα χρόνο να επιτελεί το καθήκον του. Ο ποιητής με την αρωγή της Μούσας κατάφερε να χειρισθεί το πένθος του. Θα καταλήξουμε με ένα ποίημα αναπόλησης πλέον, με το οποίο ολοκληρώνεται η συγκεκριμένη ενότητα «Νεκρολούλουδα». Μετά πάροδο δύο ετών, ο ποιητής μοιάζει να έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα της απώλειας της συντρόφου του και μητέρας των παιδιών του. Τίτλος του «Μετά Δυό Χρόνια».

Αφορμή της έμπνευσης η ανακάλυψη ενός ξεχασμένου, ήδη κιτρινισμένου, χαρτιού. Ίσως μια νεανική επιστολή, ίσως ένα σημαδιακό γραφτό της πολυαγαπημένης του. Έναυσμα για να ξεχυθούν οι καταπιεσμένες στην λήθη αναμνήσεις και να πλημμυρίσουν τον ψυχικό του κόσμο. Κι εμείς, λαθρεπιβάτες στην ψυχή του, το απολαμβάνουμε, λίγο προτού η έρευνα μάς καταστήσει, για πρώτη φορά, συνεπιβάτες.

Χαρτὶ ποῦ σὲ κιτρίνισαν στὸ διάβα των οἱ χρόνοι / Κ’ ἡ γνώριμη κι’ ἀγαπητὴ γραφή της σὲ στολίζει ! / μὲ ἱερὴ συγκίνηση κλίνω μπροστά σου γόνυ / καὶ πύρινο τὸ δάκρυ μου κυλᾷ καὶ σὲ ποτίζει.

Ὦ θησαυρέ, ποῦ στὰ παλιὰ χαρτιά μου ἤσουν κρυμμένος / Κ’ ἐκ τύχης σ’ ἀνακάλυψα, μ’ εὐβλάβεια σὲ πῆρα, / τὴν ὥρα πώσκυβα στὴ γῆ βαρύς, ἀποσταμένος / κ’ ἔννοιωθα ὅλα γύρω μου καὶ μέσα μου ὅλα στεῖρα.

Τί πλοῦτο μοὔφερες ζωῆς, ἂχ καὶ τί πόνου πλοῦτο ! / τί ἐνθύμησες σηκόνουνται μὲσ’ ἀπ’ τὸ γράμμα τοῦτο / κι’ ἀπλόνουνε τ’ ἀγέρινα φτερά των καὶ τριγύρω / κόσμου ὡραίου ποῦ χάθηκε σκορπίζουν τ’ ἅγιο μύρο !

Ὅλ’ ἡ ζωὴ ποῦ πέρασα μαζί σου, ἀγαπημένη, / στὸ πνεῦμά μου ἀνασταίνεται γλυκύτατη, οὐρανία, / σὰν πρωινὴ μαγιάτικη φωτοπεριχυμένη, / γεμάτη λούλουδα, χαρά, γεμάτη ἁρμονία.

Ἐμπρός μου ζωντανεύουνε τ’ ἀσάλευτα στοιχεῖα· / κάθε ψηφεῖο καὶ παλμός, καὶ καθεμία λέξη / ἕνας κρυφός σου λογισμός, ποῦ μὲσ στὴν εὐτυχία / ἀνάμεσα στὰ γράμματα σὰν ἄνθη τάχεις πλέξει.

Ἄχ, πὸσ’ ὀλίγο στῆς ζωῆς αὐτῆς τὸ μονοπάτι / σ’ ἐστήριξα κ’ αἰσθάνθηκα τ’ ἀγαπητό σου χέρι / στὸ χέρι μου ! Σκεπάζουνε καὶ πνίγουν τώρα βάτοι /

τὸ δρόμο μὲ τὰ λούλουδα, τὸ δρόμο μὲ τὴ φτέρη.

Ἀλλ’ ὅμως ἡ ἐνθύμηση, ἂν καὶ καϋμὸ γεμάτη, / γεμάτη δάκρυα γιὰ χαρὰ σὰν ὄνειρο φευγάτη, / μοῦ φέρνει ἀκόμα θέλγητρο, καὶ χάρη ἀκόμα χύνει / στὴν ἄχαρη, μονότονη ζωὴ ποῦ μὤχει μείνει.

Θα πρέπει κάποιος να έχει πραγματικά βιώσει το συναίσθημα της απώλειας, της αποδοχής και του συμβιβασμού με αυτήν, προτού επιτρέψει και αφήσει τα συναισθήματα ονειρικής χαράς να τον συμπαρασύρουν για λίγο έξω «από την άχαρη, μονότονη ζωή που του έχει απομείνει». Μαζί με τις ανομολόγητες «κατόπιν εορτής» τύψεις για μικρές ανθρωπινες κινήσεις που στην ώρα τους θεωρήθηκαν πολυτέλεια, για πράξεις και λόγια συμπαράστασης που δεν ειπώθηκαν, για «τ’ αγαπητό σου χέρι στο χέρι μου» που δεν κρατήθηκε αρκετά. Πόσο πολύ σε νοιώθουμε και συμπάσχουμε μαζί σου, Αριστόμενες !

ΑΝΑΣΗΚΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΕΛΟ

Σε μια μελέτη, που αποσκοπεί εν γένει στο να διερευνήσει το χαρακτηρολογικό ψυχογράφημα ενός ποιητή, είναι «εκ των ων ουκ άνευ» το να αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το δυσκολώτερο προσωπικό θέμα, αυτό της απώλειας της αγαπημένης συντρόφου. Το βιογραφικό όμως μέρος του μελετήματος το είχα προγραμματίσει για κάποια στιγμή πολύ αργότερα, αφού πρώτα θα είχα ολοκληρώσει μια σειρά άλλων για τον Αριστομένη, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμά μου. Άλλα όμως κελεύουν οι θεοί και άλλα οι ανθρώποι. Ετσι, η δημοσίευση του άρθρου της κας Χρυσογέλου-Κατσή στα ΣΙΦΝΑΪΚΑ ΝΕΑ και τα παράπλευρα θέματα που έθιξε σχετικά με την Αγλαΐα Βλάχου-Προβελέγιου με έφεραν προ των ερευνητικών ευθυνών μου.

Είχα ήδη συγκεντρώσει κάποιες ελάχιστες πληροφορίες, σχεδόν μηδαμινές, από τους σημερινούς επιγόνους της οικογένειας. Μάλιστα, σε κάποια ανύποπτη στιγμή, είχα εντοπίσει και ένα δυσεύρετο αρθρίδιο, που μου έδινε μια πολύτιμη πληροφορία σχετικά με την ημερομηνία θανάτου της Αγλαΐας, έστω και κατά προσέγγιση, περί το τέλος του 1893. Φαίνεται όμως πως ήλθε η στιγμή να πέσω στα βαθειά. Κι έτσι, μετά από ένα ολόκληρο ξενύχτι σε παλιές εφημερίδες της εποχής, κατόρθωσα όχι μόνο να εντοπίσω το μοιραίο γεγονός του θανάτου της αλλά και να ανασηκώσω ελαφρά τον πέπλο αγνοίας που την περιέβαλε.

Επιλέγω να δώσω στον αναγνώστη κάτι παραπάνω από μια απλή αναφορά των πηγών και μια παραφραστική περιγραφή των δημοσιεύσεων. Άλλωστε και οι συντάκτες των άρθρων δεν περιορίστηκαν σε μια τυπική αποτύπωση ενός θλιβερού κοινωνικού γεγονότος. Ίσως διότι η κοινωνική της θέση, τόσο της πατρικής όσο και της συζυγικής της οικογενείας, αυτό επέβαλαν. Ίσως διότι η σύντομη συμμετοχή της Αγλαΐας στους κοινωνικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της αριστοκρατικής Αθήνας, έστω και εξ αντανακλάσεως, το δικαιολογούσε.

Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, πως συμμετείχε ενεργά στις φιλολογικές βραδυές, που οι φιλικές οικογενειακές παρέες των λογοτεχνών σε τακτή βάση διοργάνωναν σε κάποιο επώνυμο Αθηναϊκό σπίτι. Σε μια από τις πολλές τέτοιες βραδυές του 1889 έχει μάλιστα απαθανατισθεί η παρουσία της, μαζί με πολλούς άλλους συνδαιτημόνες, σε ένα έμμετρο σατυρικό χρονικό, που συνέγραψαν οι τακτικοί θαμώνες Δροσίνης και Σουρής. Αν και δεν διασώζεται ολόκληρο, εν τούτοις το μαγευτικό αυτό κείμενο έχει καταγραφεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του και δημοσιεύθηκε αρκετά αργότερα, το 1939, από τον Ν.Π. Αποστολόπουλο (περιοδικό ΝΕΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, Ιούλιος 1939, σελ. 17-23). Ως εκτός θέματος, θα αντισταθώ στον πειρασμό να το μεταγράψω και θα παραπέμψω στην εκεί πρωτότυπη αναφορά.

Σύμφωνα με την υπόθεση, κατά την απουσία του αδελφού τής Αγλαΐας, Άγγελου Βλάχου, στην Γερμανία, πρέσβεως στο Βερολίνο, η σύζυγός του Ελένη (δεύτερη σύζυγος λόγω χηρείας, το γένος Μαντζαβίνου) διοργάνωνε τις «φιλολογικές Πέμπτες της κυρίας Βλάχου» στην οικία τους επί της οδού Σωκράτους. Στις κατάμεστες βραδυές αυτές συγκεντρώνονταν όλες οι γνωστές επώνυμες παρέες των λογοτεχνικών κύκλων της Αθήνας. Και την επομένη κάθε βεγγέρας, τα καθέκαστα κοσμούσαν τις στήλες των εφημερίδων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο την δυσανασχέτηση του συζύγου της αλλά και την εξάντληση των πανάκριβων προμηθειών του σε εκλεκτά ποτά και τρόφιμα. Ενώ επιπλέον προσείλκυε και την σάτυρα από τους μαιτρ του είδους. Προκειμένου να δώσω τον τόνο αυτής της εσπερίδας, εστιάζοντας και στον στίχο που αφορά την Αγλαΐα, περιορίζομαι να αντιγράψω ένα ελάχιστο μέρος από τους «Χαιρετισμούς», όπως είχαν ονομασθεί, που απηγγέλθησαν στην ομήγυρη την βραδυά εκείνη της 25ης Μαρτίου 1889:

……Χαίρε που εμαζεύθηκαν πολλοί ανοικτομάται,
Χαίρε που κι ο Πρωτόπουλος σαν πρώτα δεν κοιμάται.
Χαίρε που κι ο Καμπούρογλου με τον Αριστομένη
Δια του «Ρήγα» τη δουλειά δεν είναι θυμωμένοι.
Χαίρε που και τον Παλαμά επάν’ απ’ τα Πευκάκια
Τον έκανες να τριγυρνά της νύχτες τα σοκάκια.

………………………………………………………………….
Χαίρε οπού μου χάλασες την κάθε καμάρα μου
Χαίρε που εξεμυάλισες κι αυτή την πεθερά μου
Χαίρε οπού στο σπήτι μου πήραν την εξουσία
η τραπεζίτης Μαριγώ καθώς κι η Ασπασία.
Χαίρε οπού συνένοχον την αδελφή μου πήρες
Και η δυό μαζί μού κάνετε της μισοκακομοίρες.

…………………………………………………………………

Σταματώ εδώ παραπέμποντας στην αρχική δημοσίευση όπου ενυπάρχουν και όλες οι λεπτομερείς επεξηγήσεις για τους πρωταγωνιστές των αμίμητων σε φλέγμα «Χαιρετισμών». Ελλείψει ακριβούς ημερομηνίας γάμου του Αριστομένη Προβελέγγιου με την Αγλαΐα Βλάχου δεν είναι εξακριβωμένο κατά πόσο είναι ήδη ανδρόγυνο την βραδυά αυτή του Μαρτίου 1889. Επί τη βάσει των στοιχείων της εν συνεχεία έρευνάς μου αλλά και του τρόπου που οι συνθέτες της σάτυρας δεν τους συνδέουν, πιθανολογώ πως η οποιαδήποτε σχέση τους δεν έχει ακόμη επισημοποιηθεί. Εν πάση περιπτώσει πάντως, θεωρώ σφόδρα πιθανό πως το ειδύλλιο μεταξύ τους πλέχτηκε σε μια από αυτές τις φιλολογικές «Πέμπτες της Βλάχου». Την λογική υπόθεσή μου αυτή επιβεβαιώνει και ο εγγονός του ποιητή Αλεξ. Πετρόπουλος στο βιβλίο του (Β’ έκδοση, 1999, σελ. 97).

Η φυσική παρουσία της Αγλαΐας στις λογοτεχνικές βραδυές της πατρικής οικογένειας, αλλά και αργότερα στο δικό της σπιτικό ως σύζυγος του ποιητή Προβελέγγιου, απολύτως φυσιολογικά της επέτρεψε να γνωρίσει από κοντά αυτούς που εμείς σήμερα θεωρούμε ως «ιερά τέρατα» της νεοελληνικής ποίησης της εποχής της. Έτσι, ο θάνατός της μπορεί να μην υπήρξε αφορμή ποιητικών εμπνεύσεων, πλην αυτών του συζύγου της, σίγουρα όμως δεν ήταν δυνατόν να περάσει απαρατήρητος. Αντιγράφω από την υποσημείωση του άρθρου της κ. Χρυσογέλου-Κατσή στα ΣΙΦΝ. ΝΕΑ (φ. Σεπτεμβρίου 2023), τις συνοπτικές αναφορές των Κ. Παλαμά και Γ. Δροσίνη:

Ο Κ. Παλαμάς π.χ., παρουσιάζοντας τη συλλογή Παλαιά και Νέα [Ποιήματα] (1896), σημειώνει ότι τα «Νεκρολούλουδα» αποτελούν «φόρον ευσεβή του ποιητού εις την μνήμην παμφιλτάτης συντρόφου» (Άπαντα, τόμ. Β΄, σ. 141) ενώ ο Γ. Δροσίνης πολύ αργότερα θυμάται τη γλυκύτατη Αγλαΐα Βλάχου και αναφέρει ότι πέθανε πρόωρα, και έτσι έκλεισε ένα «ποιητικό» σπίτι που βρισκόταν απέναντι από το Μοναστηράκι […] (βλ. Γ. Δροσίνης, «Σκόρπια φύλλα της Ζωής μου. Τα Αλησμόνητα του Σουρή», Άπαντα, επιμ.Γιάννης Παπακώστας, Αθήναι 2001, τόμ. Ζ΄, σσ. 191-192).

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Λίγα μόλις χρόνια από την Πέμπτη εκείνη του 1889 στο σπίτι της κας. Βλάχου, το περιοδικό ΕΣΤΙΑ στο τεύχος 47 του Νοεμβρίου 1893, στην στήλη του «Ανά το Άστυ», σελ. 335, θα κεραυνοβολήσει τους αναγνώστες του:

Την εκλεκτοτέραν μερίδα της αθηναϊκής κοινωνίας διέθεσεν εις πένθος ο θάνατος της Αγλαΐας Προβελεγγίου. Αδελφή λογίου διαπρεπούς, του κ. Αγγέλου Βλάχου, σύζυγος ποιητού εκ των τα πρώτα φερόντων παρ’ ημίν, του κ. Αριστομένους Προβελεγγίου, ευρίσκετο πάντοτε εν μέσω κόσμου δυναμένου καλώς να εκτιμήση τα επίζηλα αυτής προσόντα. Οι ευτυχήσαντες να γνωρίσουν αυτήν εκ του πλησίον, ηξεύρουν ότι δεν ήσαν κοινός τύπος τα εγκώμια, τα δημοσιευθέντα επί τω θανάτω της. Και αληθώς σεμνή ήτο και αληθώς ευφυής, και μορφωμένη και γλυκεία και μετριόφρων. Της βραχείας και ευώδους ζωής της την ανάμνησιν θα τηρήσουν, όλοι εκείνοι, τους οποίους επλήγωσε βαθύτατα απελθούσα του κόσμου τόσον ενωρίς. Η θεία Τέχνη ας ενσταλάξη παρηγορίαν εις τα στήθη του ποιητού, ο οποίος με σπαραγμόν είδε την μητέρα την αγαπητήν αφιπταμένην εκ της νεοσσιάς και απορφανιζομένους τους νεοσσούς της.

Τώρα που γνωρίζω κατ΄εκτίμηση την ημερομηνία θανάτου της, το επόμενο λογικό βήμα ενός ερευνητή είναι να αναζητήσει τα σχετικά δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο των ημερών εκείνων. Πράγματι, η έρευνα στα φύλλα 9 ημερήσιων εφημερίδων των Αθηνών απέδωσε σε τρεις απο αυτές (ΤΟ ΑΣΤΥ, ΕΦΗΜΕΡΙΣ και ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ) πολλά παραπάνω από ένα συνηθισμένο τυπικό αγγελτήριο θανάτου ή ένα ευχαριστήριο για την συμμετοχή στο οικογενειακό πένθος.

Στην τρίτη σελίδα του φύλλου της 10ης Νοεμβρίου 1893 της εφημερίδας ΤΟ ΑΣΤΥ διαβάζουμε:

Προχθές εκηδεύσαμεν νεαράν δέσποιναν, της οποίας η χαρίεσσα, η γλυκεία και αγαθή ανάμνησις θα μείνη πάντοτε ζωηρά μεταξύ όσων την εγνώρισαν. Θυγάτηρ του Αθηναίου ευπατρίδου και άλλοτε υπουργού Σταύρου Βλάχου, ενυμφεύθη προ τινων ετών τον κ. Αριστομένην Προβελέγιον, τον εμπνευσμένον ποιητήν, όστις τώρα θρηνεί απαρηγόρητος την απώλειαν συντρόφου λατρευτής. Το πνεύμα της, το οποίον είχε κάτι το ιδιαζόντως αθηναϊκόν, της μετριοφροσύνης και της σεμνότητός της η άρρητος γλυκύτης, η αληθής μόρφωσίς της, η ευγένεια της ψυχής, η τρυφερότης της καρδίας ήσαν ως το άρωμα το φυσικώς και αβιάστως αναπεμπόμενον από της γυναικός ταύτης, ήτις επλήρου όλον τον οίκον του ποιητού, καί όμως ήθελε να φαίνεται τόσον ολίγον, να μην ακούεται, να μένη εντελώς εις την σκιάν, σύζυγος και μήτηρ προ παντός. Φευ ! βραχεία έμελλε να είνε η ευτυχία, η χαρά, η ζωή, την οποίαν ηκτινοβόλει πέριξ της. Νόσος ύπουλος προσέβαλεν αυτήν πρό τινων μηνών και την έφερε ταχέως εις τον τάφον. Εμάρανε βαθμηδόν το σώμα, ενώ το πνεύμα, ωσεί τρεφόμενον από την υλικήν εξάντλησιν, έλαμπεν ολοέν ζωηρότερον και η ψυχή της μάρτυρος ήντλει εξ αυτής θησαυρούς εγκαρτερήσεως και παραμυθίας δια τους οικείους, την γηραιάν μητέρα, τους φιλοστόργους αδελφούς, τα τέκνα, τους τρυφερούς νεοσσούς, των οποίων η καλιά ηρημώθη και τα οποία τόσον ενωρίς εστερήθησαν της μητρός τα φιλήματα, τον ατυχή σύζυγον ! Ας είνε ελαφρά η γη, η καλύψασα την Αγλαΐαν Προβελεγίου, όπως αλησμόνητος θα είνε η ανάμνησίς της μεταξύ όσων εθερμάνθησαν έστω και επ’ ολίγον εις της ευγενούς εκείνης ψυχής την ήρεμον και σιγηλήν, αλλά διαυγή και απολάμπουσαν φλόγα !

Είναι αληθές πως συνηθίζεται οι αποχαιρετιστήριοι λόγοι και τα επικήδεια σημειώματα να πλειοδοτούν σε φιλοφρονήσεις για τον τεθνεώτα. Είναι όμως εξ ίσου αληθές πως στην περίπτωση που μια εφημερίδα δεν τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον νεκρόν θα περιορισθεί σε τυπικές αναφορές. Μπορούν άραγε τα ανωτέρω να θεωρηθούν απλές κοινωνικές φιλοφρονήσεις, που θα αναγνωσθούν από τους φίλους και συγγενείς της θανούσης; Ας προσπαθήσουμε να το κρίνουμε με την ανάγνωση ενός άλλου επικηδείου σημειώματος, αυτή την φορά από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ (σελ. 2 του φύλλου της 9ης Νοεμβρίου 1893):

Δεν έκλεισαν τέσσαρα έτη αφότου ο Αριστομένης Προβελέγιος, ο ποιητής ο πλούσιος εις ιδέας και εις αισθήματα, συνέδεσεν τον βίον του μετά κόρης ερατεινής, της Αγλαΐας Βλάχου, του γνωστού ευγενεστάτου των Αθηνών οίκου, ευφυεστάτης και κατά πάντα αξίας του διαπρεπούς ημών φίλου κ. Αγγέλου Βλάχου. Και χθές με την δύσιν του ηλίου ο ποιητής ωδήγει εις τον τάφον την πολυπόθητον συμβίαν του, θύμα ανιάτου νόσου η οποία επί πολλούς μήνας τραγικώς την ετυράννησεν. Η πάσχουσα είχε πλήρη συνείδησιν της καταστάσεώς της, εν μιά δε των τελευταίων ημερών αυτής διηγείτο προς τον σύζυγον, όστις νυχθημερόν ηγρύπνει παρά το προσκέφαλόν της, το τελευταίον αυτής όνειρον είχεν ίδει ότι ανεγίγνωσκε περιγραφήν τής κηδείας της εις την εφημερίδα. Η ιδέα του θανάτου εβασάνιζε το πνεύμα της, και ως δια να αποφύγη τον φοβερόν αυτόν εφιάλτην, γενναίως ηγωνίζετο να προσηλώση κάπου την σκέψιν της, να την απομακρύνη όσον το δυνατόν από το φρικαλέον όραμα του προσεγγίζοντος τέλους της.

Ο εκλεκτός κόσμος, όστις συνώδευσε την κηδείαν της, συγγενείς οικείοι, φίλοι των δύο αξιοτίμων οικογενειών, πάντες αναπαρίστων εις την μνήμην των, την εικόνα της πεφιλημένης νεκράς. Την έβλεπον πρώτον ξανθήν περικαλλή νεάνιδα, όλην δρόσον και θάλος, έπειτα σύντροφον του ποιητού, εμψυχούσαν δια του θελγήτρου και του πνεύματος αυτής τας εκλεκτάς εν τω οίκω της συναναστροφάς, αίτινες προσελάμβανον πολλάκις φιλολογικήν χροιάν αλησμόνητον δια της απαγγελίας ποιημάτων, της οποίας προεξήρχεν εκάστοτε ο συμπαθέστατος και την καρδίαν επί των χειλέων φέρων πάντοτε οικοδεσπότης· την έβλεπον έπειτα μητέρα δύο χαριτωμένων μικρών αγγελουδιών· και έξαφνα τα ρόδα της ακμής μαραινόμενα, την υγείαν αφιπταμένην, την στυγεράν περίοδον του πυρετού, τον χειμώνα, την αγωνίαν, το μαρτύριον, μέχρις ου την ψυχήν της παρέλαβεν εις γλυκύ φίλημα ο άγγελος του θανάτου. Και πάντες συνεμερίσθησαν το άφατον πένθος του συζύγου, και σιωπηλώς έθλιψαν την χείρα του και συνελυπήθησαν την σεβασμίαν μητέρα, τους αδελφούς, τους βαρυπενθείς συγγενείς και ησπάσθησαν το τελευταίον εν τω φερέτρω το λείψανον της πάλαι ποτέ μυροβόλου υπάρξεως, και απήλθον φέροντες ανεξάλειπτον την ερατεινήν εικόνα της Αγλαΐας Προβελεγίου.

Είναι σαφής η φιλική σχέση του συντάκτη του αρθρίδιου αυτού με τις εκλεκτές οικογένειες των Αθηνών Βλάχου και Προβελέγγιου. Τούτο όμως δεν θα πρέπει να θεωρηθεί απαραίτητα ως προτιμησιακή ένδειξη ευμενών σχολίων αλλά ως ευκαιρία να πληροφορηθούν οι αναγνώστες της εφημερίδας (και εμείς, σήμερα) σχετικά με ορισμένα άγνωστα χαρακτηρολογικά και περιγραφικά στοιχεία της εκλιπούσης και του οικογενειακού της περιβάλλοντος. Με βάση, μάλιστα, την αρχική τοποθέτηση του συντάκτη, που φαίνεται να γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις, μπορούμε να τοποθετήσουμε την ημερομηνία γάμου Αριστομένη-Αγλαΐας κατά μήνα Δεκέμβριο του 1889. Ατυχώς, όσο και περιέργως, δεν φαίνεται να έχει διασωθεί στην οικογένεια Προβελέγγιου κάποια γαμήλια φωτογραφία του συζυγικού ζεύγους, όπως με διαβεβαιώνουν.

Ίσως είναι χρήσιμο να σηκώσω λίγο παραπάνω το πένθιμο βέλο της Αγλαΐας και να παραθέσω και την τρίτη αναφορά στον θάνατό της. Η ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ δημοσιεύει την είδηση στο φύλλο της 9ης Νοεμβρίου 1893 (σελ. 2-3) από όπου και πληροφορούμαστε:

Μετά μακράν και χαλεπήν νόσον απεβίωσε χθες και εκηδεύθη θρηνουμένη πικρώς η νεαρά δέσποινα Αγλαΐα Α. Προβελεγίου, σύζυγος ποθεινοτάτη του συμπαθούς και αγαστού ανδρός κ. Αριστομένους Προβελεγίου, του γλυκυτάτου ποιητού, και θυγάτηρ νεωτάτη της γηραιάς κυρίας Σοφίας Σ. Βλάχου της διαπρεπούς αθηναϊκής οικογενείας. Η ατυχής Αγλαΐα, σπανίας μορφώσεως γυνή και ψυχικοίς χαρίσμασιν ανεκτιμήτοις πεπροικισμένη, ήτο θησαυρός εν τω πατρικώ αυτής οίκω ως κόρη, και πολύτιμος σύντροφος ως σύζυγος έπειτα του ευαισθήτου ποιητού και μήτηρ κατόπιν δύο ανηλίκων τέκνων ήδη μεινάντων, οίμοι, ορφανών ! Η αθηναϊκή κοινωνία πάσα γνωρίζουσα την ευγενεστάτην και αγαθωτάτην δέσποιναν και τα αισθήματα της ταλαίνης Αγλαΐας εθρήνησε και θρηνεί και θα θρηνή την άδικον απώλειάν της εν τη ακμή της ηλικίας της. Συμμεριζόμενοι το βαρύ πένθος των ευγενεστάτων οικογενειών, εκ γένους αυτής και εκ συνδέσμου προς αξιάγαστον συνάδελφον μας, ευχόμεθα ο Ύψιστος να καταπέμψη αυταίς σταγόνα δρόσου παρηγορητικής και εις όλην την κοινωνίαν παραμυθίαν επί τη απωλεία ενός αγλαΐσματός της.

Το τελικό κοσμητικό επίθετο που χρησιμοποιεί ο συντάκτης νομίζω συμπυκνώνει την περιρρέουσα εντύπωση, που ανέδυε η θανούσα και που μάλλον έκανε υπερήφανο τον Αριστομένη για την δικαιολογημένη καθυστέρηση στην οικογενειακή αποκατάστασή του. Ο χαρακτηρισμός «νεαρά δέσποινα» σε συνδυασμό με την «γηραιά» μητέρα της Σοφία, αλλά και τον θάνατο του πατέρα της Σταύρου το 1864, μάς οδηγούν στην υπόθεση πως η Αγλαΐα θα ήταν το πολύ στην ηλικία των περίπου 30 ετών κατά την ημερομηνία θανάτου της. Όσο για την ακριβή ημερομηνία, μπορούμε πλέον ασφαλώς να την τοποθετήσουμε στις 8 Νοεμβρίου 1893, ημέρα που η εκκλησία μας εορτάζει την μνήμην των Ταξιαρχών Αγγέλων.

Το μελέτημά μου θα μπορούσε να ολοκληρωθεί στο σημείο αυτό, έχοντας επιτύχει τον αρχικό του στόχο, ήτοι να ανασηκώσει τον πέπλο αγνοίας που μέχρι σήμερα εκάλυπτε τις τελευταίες στιγμές τής Αγλαΐας Βλάχου-Προβελεγίου. Αν πρέπει να ανασυσταθεί η σειρά των τελευταίων γεγονότων της ζωής της θα ακολουθούσε την εξής πορεία: αρχική διάγνωση νόσου μετά τα Χριστούγεννα 1892, επίσκεψη στην Χρυσοπηγή περί την άνοιξη 1893, δραματική επιδείνωση της ασθενείας μετά το θέρος του 1893 και θάνατος στις αρχές (8η) Νοεμβρίου 1893.

Η έρευνα όμως στο αρχείο Προβελέγγιου, που φυλάσσεται στο Κ.Ε.Ι.Ν.Ε. της Ακαδημίας Αθηνών, μού επιφύλαξε και μια πολύ ευχάριστη -όσο και δραματική- έκπληξη. Το περιεχόμενο του υπό-φακέλλου #6, με τον παραπλανητικό χειρόγραφο τίτλο «Τελευταία Ποιήματα 1934-35», κάθε άλλο παρά μερικά τέτοια κατάλοιπα του Αριστομένη περιέχει. Αντίθετα, σε αυτό υπάρχει ένα αυτόγραφο, που αποτελείται από 11 σελίδες μεγέθους επιστολοχάρτου και που επιγράφεται «Η Αδελφή του Γιαννακού» με υπότιτλο «υπό Αγλαΐας Προβελεγγίου». Πρόκειται για ένα ημιτελές θεατρικό έργο σε δύο πράξεις, η πρώτη με επτά σκηνές και η δεύτερη μόνον με δύο.

Δεν θα προσπαθήσω καν να αναφερθώ στην υπόθεσή του, ούτε να το μεταγράψω παρουσιάζοντάς το, κυρίως λόγω έκτασης και του δυσανάγνωστου γραφικού χαρακτήρα του. Θα αρκεστώ στην αναφορά του, ελπίζοντας και ευχόμενος η μελλοντική τύχη του να αποτελέσει σημείο ενδιαφέροντος και προσοχής για κάποιον άλλον μελετητή. Στην προσπάθειά μου όμως να αντλήσω στοιχεία για την υπόθεσή του, αντ’ αυτού αντιλήφθηκα μια ακροτελεύτια συγκλονιστική σημείωση. Η σημείωση αυτή δεν έχει διαφύγει της προσοχής του Γ. Τσατσαρώνη (ΔΔ, «Α. Προβελέγγιος, Ενας Πρωτοπόρος της Παιδικής Λογοτεχνίας», Ιωάννινα, 2006, σελ.189). Την παραδίδω κι εγώ εδώ συναισθανόμενος τον ψυχικό πόνο του συγγραφέα της παραγράφου αυτής, που δεν είναι άλλος από τον ταλαίπωρο Αριστομένη. Ο ίδιος έχει συμπληρώσει δια χειρός του και τον αρχικό τίτλο.

«Το έργον τούτο ήρχισεν η αλησμόνητή μου Αγλαΐα κατά τον τελευταίον μήνα της ασθενείας της εις Πατήσια. Έγραψε την τελευταίαν λέξιν την 6 Νοεμβρίου 1893, και απέθανε μετά τρεις ημέρας, την 9 Νοεμβρίου».

Αν οι «τελευταίες λέξεις» του έργου εκφράζουν και τις τελευταίες σκέψεις της συγγραφέως, η οποία πολύ πιθανόν να «βλέπει» τον εαυτόν της ως την κεντρική ηρωίδα, την Αδελφή του Γιαννακού, τότε είναι απόλυτα συμβατές με το χαρακτηρολογικό πορτραίτο, που τα αγγελτήρια θανάτου στις εφημερίδες έχουν ήδη φιλοτεχνήσει. Καθώς επίσης και με την πληροφορία πως, κατά τον τελευταίο καιρό προτού επέλθει το μοιραίο, αναζητούσε τρόπο διαφυγής από τις βασανιστικές σκέψεις. Ακόμη και ο τίτλος, που έχει επιλέξει η συγγραφέας (ή ο Προβελέγγιος), παραπέμπει σε έναν ρόλο ζωής ετερόφωτο και στη σκιά είτε του αδελφού είτε του συζύγου.

Ακολουθούν οι ακροτελεύτιες λέξεις του έργου, απολύτως φυσιολογικές για μια γυναίκα που αποδέχθηκε τον ρόλο της συντρόφου-οικοκυράς με όλη την σημασία της λέξης και που πλέον αποκτούν ξέχωρη σημασία:

«……Δι΄αυτό με βλέπεις έτσι χαρούμενη και δι΄αυτό εκάμνατε τον κόπον να ξεσκονίσετε και πάλιν τον οντά. Θέλω, όταν θα έλθη ο Γιαννακός μου να ευρίσκη παντού τάξι και καθαριότητα. Ε; σού άφησα το νιό (; δυσανάγνωστο) που σου είπα;».

Εάν σε αυτό ακριβώς το κιτρινισμένο χειρόγραφο αναφέρεται ο Προβελέγγιος στο ποίημα με τίτλο «Δύο Χρόνια Μετά», που ήδη είδαμε, τότε πλέον γνωρίζουμε απολύτως όχι μόνο την πηγή της έμπνευσής του αλλά και του βαθύ πόνου, που η ανάσυρση της ανάμνησης δικαιολογημένα του προξένησε.

Δεν είναι γνωστό γιατί η συγγραφή του θεατρικού αυτού έργου έγινε στα Πατήσια (ίσως και ο θάνατος εκεί να επήλθε) με δεδομένο πως η οικία των Αριστομένη και Αγλαΐας ήταν στο κέντρο της Αθήνας, κοντά στο Μοναστηράκι (οδ. Ερμού και Αθηνάς). Πιθανολογώ πως, για λόγους υγιείας, ίσως είχαν μεταφερθεί προσωρινά στα εκεί πατρογονονικά εξοχικά περιβόλια της οικογένειας Βλάχου («Δέκα Μικρά Χρόνια», Αγγ. Στ. Βλάχος, εκδ. ΕΣΤΙΑ, 2014).

Η Αγλαΐα κηδεύτηκε στις 8 Νοεμβρίου 1893 και ο τάφος της στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών κοσμείται με ένα λιτό σταυρό, ατυχώς χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες πέραν του ονόματός της.

Εμείς θα καταλήξουμε με δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, εάν είχα προσπαθήσει να διαβάσω το χειρόγραφο του θεατρικού της έργου στην αρχή της έρευνάς μου ή είχα δώσει περισσότερη προσοχή στην διατριβή Τσατσαρώνη (2006) όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα, δεν θα είχε απαιτηθεί το κοπιαστικό ξενύχτι με το ξεφύλλισμα των εφημερίδων του Νοεμβρίου 1893. Και τούτο διότι ο ποιητής μάς αποδίδει ο ίδιος την ημερομηνία θανάτου της με την ιδιόχειρη σημείωσή του στον άδοξο επίλογο του θεατρικού της έργου. Είναι όμως έτσι; Με βάση τις αναφορές των εφημερίδων, η Αγλαΐα πέθανε στις 8 Νοεμβρίου (και όχι στις 9), οπότε μάλλον «συλλαμβάνουμε» για μια ακόμη φορά τον «άχρονο» ποιητή να μην ακριβολογεί απολύτως σε θέματα ημερομηνιών.

Και δεύτερον, κοιτώντας πίσω στην σειρά των γεγονότων, όπως αυτά εξελίχθησαν κατά την συγγραφή του παρόντος, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω πως η ανάγκη να το ξεκινήσω παρουσιάστηκε επιτακτική μέσα από το δημοσίευμα των ΣΙΦΝ.ΝΕΩΝ, που μου χτύπησε την πόρτα ακριβώς στην ημέρα συμπλήρωσης των 130 ετών από τον θάνατό της. Συμπτώσεις, θα πει κάποιος. Ας τα πει στην Αγλαΐα και τον Αριστομένη εκεί όπου τώρα βρίσκονται. Εγώ, ανατριχιάζοντας, θα επαναλάβω εν είδει μνημοσύνου την φράση της εφημερίδας:

«…της ταλαίνης Αγλαΐας εθρήνησε και θρηνεί και θα θρηνή την άδικον απώλειάν της …».

© Αλκιβ. Ν. Λεμπέσης

Πειραιάς, 12 Νοεμβρίου 2023

This image has an empty alt attribute; its file name is sep-lit-1024x59.png

Ακολουθήστε τo Literature.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα για τον πολιτισμό και την επικαιρότητα από την Ελλάδα και τον Κόσμο.

This image has an empty alt attribute; its file name is sep-lit-1024x59.png
This image has an empty alt attribute; its file name is sep-lit-1024x59.png
This image has an empty alt attribute; its file name is sep-lit-1024x59.png
This image has an empty alt attribute; its file name is sep-lit-1024x59.png

This image has an empty alt attribute; its file name is sep-lit-1024x59.png