Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Κ. Καρυωτάκης – 11 Ποιήματα του Κ. Καρυωτάκη

0
913

Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2021.

Στις 21 Ιουλίου 1928 έφυγε από την ζωή ένας από τους σημαντικότερους ποιητές, ο Κώστας Καρυωτάκης.

Ο ποιητής έθεσε τέλος στη ζωή του αφήνοντας εκτός από σπουδαία πολιτιστική κληρονομιά, πολλά ερωτήματα ως προς τα αίτια της αυτοκτονίας του.

Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι ο Καρυωτάκης έπασχε από βαριά κατάθλιψη λόγω της δυσμενούς μετάθεσής του στην Πρέβεζα και άλλοι τόσοι απέδωσαν τη μοιραία πράξη του στη σύφιλη που τον ταλαιπωρούσε και προσπαθούσε να την κρύψει.

11 ποιήματα του Κ. Καρυωτάκη:

 

 

ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗ

 

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασ

Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας

που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασ

και με την πίκρα κάποτε της πείνας

 

Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μ

τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης

παρά περαστικός, με την ελπίδα μου

με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης

 

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σ

και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης

Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σο

κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης

 

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτι

που επίναμε για να ξαναζητήσω

Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο

όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω

 

Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντ

στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα

Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας

και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα

 

 

ΠΕΘΑΙΝΟΝ

 

Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινή

ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη

την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς

φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη

όταν, φτασμένη απάνω στον ορίζοντα, θα ιδεί

μίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα

όταν ανέβει από τα εξαίσια τ’ άνθη της ζωή

μύρον η απαγοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλ

 

την ώρα την υπέρτατη που θε να θυμηθε

μ’ ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια –

μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τι θα πεις

ω, τι θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια

 

 

ΥΣΤΕΡΟΦΗ

 

Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύ

και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών

Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει

κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών

 

Το θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ήλιο

Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική

κι ύστερα πια δεν είμαστε στα βράδια του Απριλίου

μήτε η χρυχή που χάνεται σκόνη του δρόμου εκεί

 

Αν τη ζωή περνούσαμε την ίδια έχοντας ά

ή αρρωστημένα γέρναμε παιδιά του ρεμβασμο

φεύγουμε δίχως από δω να ‘χουμε πάρει κάτ

ούτε και την ενθύμηση του μάταιου ερχομο

 

Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχ

δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώ

τα περιστέρια που σκορπούν οιναυαγοί στην τύχη

κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρό

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙ

 

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρ

και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα

Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρο

σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα

 

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύε

μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω

να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι

δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω

 

ΠΟΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΘΕΟΥ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑΕΙ.

 

Ποια θέληση θεού μας κυβερνάε

ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμ

των άδειων ημερών που τώρα ζούμ

σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια

 

Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμο

εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία

και μόνο το μεγάλο ερώτημά μα

ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει

 

Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμ

εγίναμε το λάφυρο του ανέμο

που αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμ

τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου

 

Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζου

στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούν

στην έρημη βοή, μάταιη και κούφι

σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα

 

Κοιτάζουνε με φόβο, με απορί

έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες

και μόνο το συναίσθημα κρατούν

του μακρινού, αόριστου κινδύνου

 

Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσει

Είναι στον ουρανό μια σιδερένι

μια μεγάλη πηγμή, που δε συντρίβε

μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει

 

 

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛ

 

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γ

σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία

Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή

Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία

 

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμ

ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια

χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό

άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια

 

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρ

η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη

Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρ

όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει

 

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρό

Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα

ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικό

πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα..

 

 

[ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ…

 

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλ

του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε απ’ τη γη

Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος

ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή

 

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο

τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός

νοιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο

υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός

 

 

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα

μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολ

μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίν

του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολ

 

 

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο

το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά

χάνεται και ρωτιόμαστε τι να ‘χουμε, τι να ‘χω

που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά

 

 

 

 

[ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙΑ..

 

 

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα

σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο

θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα

απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο

 

 

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούν

έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου

ωραία να ‘ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε

ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου

 

 

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου

στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων

στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου

στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων

 

 

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγ

χαρά και ικανοποίησις να μένει

κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει

όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι

 

 

 

 

ΚΙΘΑΡ

 

 

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένε

κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει

στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάε

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες

 

 

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες

Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη

στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει

μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες

 

 

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε

Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις

 

 

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησι

είναι το καταφύγιο που φθονούμε

 

 

 

 

ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ.

 

 

Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνε

απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη

Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει

κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάε

 

 

Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνο

μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας

Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας

της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνω

 

 

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη

Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγό

νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός

εκεί, στο απόλυο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη

 

 

 

 

ΕΠΙΚΛΗΣ

 

 

Ζοφερή Νύχτα, ξέρω, πλησιάζεις

Με ζητούνε τα νύχια σου. Στα χνώτ

σου βλέπω που ωχριούν άνθη και φώτα

Στ’ απλωμένα φτερά σου με σκεπάζεις

 

 

Δωσ’ μου λίγο καιρό, Νύχτα μεγάλη

Θα καταβάλω όλη τη θέλησή μου

Σα μορφασμό θα πάρω στη μορφή μο

τη χαρά που στα στήθη έχουν οι άλλοι

 

 

Και τότε κάποια πρόφαση θα μείνε

(σημαίας κουρέλι από χαμένη μάχη)

η ψυχή για να μη δειλιά μονάχ

και για να λησμονεί τη σκέψη εκείνη

 

 

Το πάθος όχι, το ίνδαλμά του μόνο

ή τη γαλήνη, θέλω ν’ αντικρίσ

μια φορά. Κι ύστερα πάρε με πίσ

και καλά τύλιξε με, ω Νύχτα αιώνων

 

 

 

 

ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙ

ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜ

 

 

Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνε

τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου

χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου

Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι

λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνε

σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου

 

 

Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσου

μεποροι και κονσόρτια κι εβραίοι

Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη

πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσου

οι γενεές, όταν σε παρομοιάσου

με το προτραίτο του Dorian Gray

 

 

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε

μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι

όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπ

σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε

και τη ζωή τους εξακολουθούνε

νεκροί που η καθιέρωσις του λείπει

 

 

 

 

ΑΠΟΣΤΡΟ

 

 

Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχ

πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές

Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικέ

γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα

 

 

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια

Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών

Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθό

άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια

 

 

Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο

μ’ αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά

επίσημα και τελετουργικά

πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο

 

 

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες

Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές

αύριο παναγίες, όσο προχτές

ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες

 

 

Ένα διάστημα παίζετε το τέρα

με τα τέσσερα πόδια κολλητά

Τρέχετε και διαβάζετε μετ

τον οδηγό σας «δια τα μητέρας»

 

 

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη

μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής

ή να βυθομετρούσατε και σει

με μια φουρκέτα τ’ άδειο σας κεφάλι

 

 

Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα

γλοιώδη στόματα υποκριτικά

ανυποψίαστα, μηδενικ

πλάσματα, και γι’ αυτό προνομιούχα..

 

 

 

 

ΥΠΟΘΗΚ

 

 

Οταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς

μπορούνε με χείλιους τρόπους

Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής

όταν ακούσεις ανθρώπους

 

 

Οταν ακούσεις ποδοβολητ

λύκων, ο Θεός μαζί σου

Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστ

και κράτησε την πνοή σου

 

 

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό

στον πλατύ κόσμο μια θέση

Οταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό

του δίνουν όψη ν’ αρέσει

 

 

Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικού

με την πειθώ, με το ψέμα

όταν [οι] άνθρωποι διαφιλονικού

τη σάρκα σου και το αίμα

 

 

Οταν έχεις μια παιδική καρδι

και δεν έχεις ένα φίλο

πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά

στη μπουτονέρια σου φύλλο

 

 

Ασε τα γύναια και το μαστροπ

Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα

Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό

κράτησε σκήπτρο και λύρα

 

 

 

 

ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙ

 

 

Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικ

βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλ

που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά

ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη..

 

 

Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόσ

επιμονή, που ανοίξαμε για να ‘μπει σαν κυρί

η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει

Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία

 

 

Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια

βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού

Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια

το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού

 

 

Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα

Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή

ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαί

— ω, κωμωδία! — το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την άχλυ

 

 

…Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη

στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν

γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλ

κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν

 

 

 

 

Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙ

(Πίναξ Ημιτελής

 

 

Έχει πια δύσι ο ήλιος του χιεμώνα

και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει

ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα

άλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζε

μόνο τ’ αγκάθια στην πεδιάδα όλη

μόνο κάποιο χαρτί σ’ όλη τη φύση

Μα το χαριτωμένο περιβόλ

αίμα και δάκρυα το’ χουνε ποτίσει

Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε

κι οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρι

τον ουρανό που σύννεφα περνούνε

τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια

 

 

(Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον

Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου

Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίω

κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου.

 

 

 

 

ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ Α ΜΕΙΖ

 

 

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση

ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει

μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλ

ίδια τον ένα και τον άλλο

Τους τρόπους, το παράστημά σας

το θελκτικό μειδίαμά σας

το monocle που σας βοηθάε

να βλέπετε μόνο στο πλά

και μόνο αυτούς να χαιρετάτ

όσοι μοιάζουν αριστοκράται

την περιποιημένη φάτσα

την υπεροπτική γκριμάτσ

από τη μια μεριά να βάλε

της ζυγαριάς, κι από την άλλ

πλάστιγγα να βροντήσω κάτου

μισητό σκήνωμα, θανάτο

άθυρμα, συντριμμένο βάζον

εγώ, κύμβαλον αλαλάζον

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση

ποιος τελευταίος θα γελάσει

 

 

 

 

ΕΜΒΑΤΗΡ

ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦ

 

 

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους

Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε

Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ‘να

ζήτημα ύψους

 

 

Σύμβολα ζωής υπερτέρας

ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα

λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ έν

Αμάλθειο κέρας

 

 

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος

πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!

Ονειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σο

κατακορύφως

 

 

Οι ορίχοντες θα μ’ έχουν πνίξει

Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη

αγώνες για το ψωμί και το αλάτι

έρωτες, πλήξη

 

 

Α! πρέπει τώρα να φορέσ

τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι

Ετσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι

πολύ θ’ αρέσω

 

 

 

 

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡ

 

 

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνου

τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους

διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνου

για τελευταία φορά τα βήματά τους

 

 

Ηταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία

Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων

τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγί

των ουρανών, η ερημιά των τόπων

 

 

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάν

τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση

τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε

τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει

 

 

Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το

σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει

αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτ

για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει

 

 

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα

ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος

«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»

πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

 

 

 

 

ΔΙΚΑΙΩΣ

 

 

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσ

να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου

Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμο

το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο

 

 

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω

και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου

«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου

θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω

 

 

Οταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο

η παρουσία μου κάπως θα βαραίνε

— πρώτη φορά — σε τέσσερων τον ώμο

 

 

Υστερα, και του βίου μου την προσπάθει

αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνε

ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια

 

 

 

 

ΠΡΕΒΕ

 

 

θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούντα

στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια

θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούντα

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια

 

 

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμο

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους

ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμ

ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους

 

 

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνε

για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα

 

 

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης

Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζη

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα

 

 

Περπατώντας αργά στην προκυμαία

«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία

Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης

 

 

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπου

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία..

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία

 

 

 

 

[ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ..

 

 

Οταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμ

στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε

αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι

μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη

 

 

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι

Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει

και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμ

κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα

 

 

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε

Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε

με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες

ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες

 

 

Αν έρθη κανείς την πλάκα μας να χτυπήση

θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει

Αν πάρη ένα τριαντάφυλλο ή αφίση χάμου

το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.

 

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε

τις βίλλες του Posillipo θα ιδούμε

Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσο

όπου θα παίζουν crieket οι οπαδοί σου.

 

Από @poetry.gr (www.poetrygr.com)